Το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης εκφράζει έντονες ανησυχίες για την πιθανή επανάληψη του πληθωριστικού σοκ που έπληξε την Ελλάδα το 2022, μετά την εισβολή στην Ουκρανία. Οι εξελίξεις στον πόλεμο κατά του Ιράν, ο οποίος αναμένεται να μην έχει σύντομη λήξη, εγείρουν σοβαρούς κινδύνους για την παγκόσμια ενεργειακή αγορά. Συγκεκριμένα, το ενδεχόμενο κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ και τα προβλήματα στην παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου στο Κατάρ και τη Σαουδική Αραβία, εντείνουν τους φόβους για νέο «έμφραγμα» στην αγορά.
Το «φάντασμα» του 2022, έτος κατά το οποίο η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία προκάλεσε ένα εξαιρετικά σοβαρό ενεργειακό και πληθωριστικό σοκ, πλανάται ξανά πάνω από την ελληνική οικονομία. Όπως αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στο γράφημα, η Ελλάδα βίωσε τότε μια τρομακτική έκρηξη τιμών, με τον πληθωρισμό να ξεπερνά το 12% και να κορυφώνεται στο 12,1% τον Ιούνιο του 2022.
Παρόλο που είναι ακόμα νωρίς για ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με την τρέχουσα κρίση, τα χειρότερα σενάρια δεν μπορούν να αποκλειστούν. Η κατάσταση δεν αφορά μια σύντομη πολεμική επιχείρηση, αλλά μια επέμβαση στο Ιράν από το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, με στόχο την πλήρη καταστροφή των δομών του θεοκρατικού καθεστώτος. Αυτό το καθεστώς, με τη σειρά του, στοχοποιεί όχι μόνο το Ισραήλ, αλλά και τις πετρελαϊκές μοναρχίες του Κόλπου, καθώς και κρίσιμες υποδομές της παγκόσμιας ενεργειακής αγοράς, όπως τα Στενά του Ορμούζ.
Η ελληνική κυβέρνηση παρακολουθεί με μεγάλη ανησυχία την εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Κορυφαίοι κεντρικοί τραπεζίτες, όπως ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, προειδοποιούν για πιθανές αλλαγές στην πολιτική των επιτοκίων.
Η Ανατομία της Ευπάθειας και τα Σχέδια Επιδότησης
Η ελληνική οικονομία, λόγω της δομής της, είναι ιστορικά ευάλωτη σε εξωγενείς κρίσεις προσφοράς. Σύμφωνα με ανάλυση της Τράπεζας της Ελλάδος (SUERF Policy Brief 1240) από τις οικονομολόγους Σοφία Λαζαρέτου και Γιώργο Παλαιόδημο, οι παγκόσμιες γεωπολιτικές εντάσεις έχουν κλιμακωθεί τα τελευταία χρόνια, οδηγώντας σε αυξημένο παγκόσμιο πληθωρισμό. Στην Ελλάδα, ο πληθωρισμός έχει αυξηθεί σημαντικά, λόγω του υψηλότερου μεριδίου της ενέργειας και των τροφίμων στο καταναλωτικό καλάθι.
Η μελέτη υπογραμμίζει ότι τα τελευταία 50 χρόνια, τα παγκόσμια σοκ στην πλευρά της προσφοράς έχουν πυροδοτήσει πληθωρισμό κόστους στην Ελλάδα. Η εμπειρική ανάλυση δείχνει άμεση αλληλεπίδραση μεταξύ πληθωρισμού, εγχώριων διαταραχών ζήτησης και προσφοράς, και γεωπολιτικών κινδύνων. Η παγκόσμια γεωπολιτική αβεβαιότητα φαίνεται ιδιαίτερα επίμονη, με την επίδραση ενός σοκ να διαρκεί έως και δύο χρόνια μετά την εκδήλωσή του. Επιπλέον, αν και η αρχική αντίδραση μπορεί να είναι ασθενής, η μεσοπρόθεσμη επίδραση του γεωπολιτικού κινδύνου στον ρυθμό αύξησης της πραγματικής παραγωγής είναι αρνητική. Ωστόσο, στην ελληνική περίπτωση, αυτό το εύρημα είναι πιο συγκρατημένο, καθώς οι αναλυτές της ΤτΕ αποδίδουν αυτό τον ρόλο στις συντονισμένες δημοσιονομικές και νομισματικές απαντήσεις για τη στήριξη της πραγματικής οικονομίας, όπως τα μέτρα αντιστάθμισης του αυξανόμενου ενεργειακού κόστους.
Η μεγαλύτερη αγωνία του οικονομικού επιτελείου εντοπίζεται στην ικανότητα του κρατικού προϋπολογισμού του 2026, με τους νέους, αυστηρούς δημοσιονομικούς κανόνες της Ε.Ε., να χρηματοδοτήσει νέα, μαζικά μέτρα στήριξης. Για να προλάβει τις εξελίξεις, η κυβέρνηση ήδη υπολογίζει τη χορήγηση ενισχύσεων στους καταναλωτές. Για τις τιμές των καυσίμων, εξετάζεται η επαναφορά του fuel pass, ενώ για το ρεύμα, σχεδιάζεται η ενεργοποίηση του μοντέλου της έκτακτης φορολόγησης (windfall tax) των παραγωγών με μονάδες φυσικού αερίου. Μέσω αυτής της φορολόγησης, το κράτος θα μπορεί να επιδοτήσει απευθείας τους λογαριασμούς των καταναλωτών, δημιουργώντας ένα δίχτυ προστασίας χωρίς δημοσιονομικό εκτροχιασμό.
Η Βίαιη Αναθεώρηση των Προβλέψεων
Η επιτυχία των παρεμβάσεων εξαρτάται άμεσα από το μέγεθος του ενεργειακού τσουνάμι. Μέχρι τον Φεβρουάριο, τα μοντέλα των μεγαλύτερων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων βασίζονταν στην προσδοκία της παγκόσμιας υπερπροσφοράς. Η J.P. Morgan προέβλεπε πτώση της τιμής του Brent στα 58 δολάρια ανά βαρέλι για το 2026, ενώ η Goldman Sachs τοποθετούσε τις τιμές στα 56-62 δολάρια. Για το φυσικό αέριο, οι τιμές του ολλανδικού TTF αναμένονταν να σταθεροποιηθούν κάτω από τα 30 ευρώ/MWh.
Μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα, τα μακροοικονομικά μοντέλα αναθεωρήθηκαν ριζικά. Η αγορά τιμολογεί πλέον ανοιχτά τον κίνδυνο κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ. Η Goldman Sachs προειδοποιεί ότι ένα κλείσιμο της διόδου για έναν μήνα θα αποκόψει 8-10 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, εκτοξεύοντας την τιμή του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια. Ο οίκος Bernstein αναβάθμισε το βασικό του σενάριο στα 80 δολάρια, ενώ τονίζει ότι σε ένα «ακραίο» σενάριο κλιμάκωσης, ο «μαύρος χρυσός» μπορεί να φτάσει τα 120-150 δολάρια.
Για το φυσικό αέριο, η κατάσταση θυμίζει έντονα το καλοκαίρι του 2022. Το χτύπημα στις υποδομές του Κατάρ σήμανε συναγερμό στην Ευρώπη. Οι τιμές του TTF κατέγραψαν κατακόρυφο άλμα άνω του 40-50%, ξεπερνώντας τα 54 ευρώ/MWh. Στα χείριστα σενάρια, η Goldman Sachs βλέπει κίνδυνο για ανατιμήσεις έως και 130%. Την ίδια στιγμή, οι εναλλακτικές διαδρομές των πλοίων μεταφοράς LNG οδηγούν τα ημερήσια ναύλα να φλερτάρουν με τα 100.000 δολάρια, ένα εξωφρενικό κόστος που θα μετακυληθεί στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος.
Έρχονται Αυξήσεις στα Επιτόκια;
Ένα πληθωριστικό σοκ δεν απειλεί μόνο τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, αλλά και τη νομισματική πολιτική της ευρωζώνης, πνίγοντας την ανάπτυξη. Μέχρι πρόσφατα, οι αγορές ανέμεναν μειώσεις επιτοκίων μέσα στο 2026. Τώρα, η ρητορική αλλάζει. Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, δήλωσε στο Reuters ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) βρίσκεται μπροστά σε ένα νέο σταυροδρόμι και οφείλει να κρατήσει «ανοιχτές όλες τις επιλογές της» στον καθορισμό των επιτοκίων.
Ο Έλληνας κεντρικός τραπεζίτης χαρακτήρισε τη σύρραξη στο Ιράν ως «ένα ακόμη σοβαρό σοκ στην πλευρά της προσφοράς», που χτυπά μια ευρωπαϊκή οικονομία που μόλις άρχιζε να συνέρχεται από το ενεργειακό σοκ του 2022. «Αν οι διαπραγματεύσεις ξεκινήσουν αύριο, θα υπάρξει αποκλιμάκωση. Αν η σύρραξη συνεχιστεί, θα υπάρξουν ανοδικές πιέσεις στον πληθωρισμό. Δεν αποκλείω κανένα από τα δύο σενάρια. Επομένως, θα πρέπει να δείξουμε ευελιξία», ξεκαθάρισε ο κ. Στουρνάρας.
Αυτή η δήλωση αποτελεί μια σαφή προειδοποίηση προς τις αγορές: εάν ο πόλεμος μεταφραστεί σε ένα ενεργειακό ράλι με διάρκεια, η ΕΚΤ ίσως αναγκαστεί όχι απλώς να «παγώσει» τις μειώσεις, αλλά να προβεί σε νέες αυξήσεις επιτοκίων για να τιθασεύσει τον πληθωρισμό, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού.
