Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ως πολιτικός, διαμορφώθηκε από δύο κύριους παράγοντες: την κληρονομικότητα που καθορίζει την εγχώρια πολιτική ιεραρχία και την πανδημία του COVID-19. Εμφανίστηκε στην πολιτική σκηνή ως γιος του πατέρα του και επικράτησε χάρη στα λάθη των αντιπάλων του, που τον υποτίμησαν. Αυτό συνέβη τόσο εντός της Νέας Δημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένης της αδελφής του, όσο και στην αναμέτρησή του με τον Αλέξη Τσίπρα.
Μετά την εκλογική νίκη του 2019, παρά τον «επαγγελματισμό» που διέκρινε τους σχεδιασμούς του, λίγοι προέβλεπαν ότι θα παρέμενε στην κυβέρνηση για πολύ καιρό. Όμως, είχε αστέρι. Αγκαλιάζοντας τους περιορισμούς που επέβαλε η πανδημία στην κοινωνία και την έκτακτη χρηματοδότηση που αυτή έφερε, κατάφερε να επικρατήσει, τόσο εντός όσο και εκτός της Νέας Δημοκρατίας, καταφεύγοντας μάλιστα και σε αθέμιτες πρακτικές. Σήμερα, παρά την πλειοψηφική κατακραυγή για την πολιτική του, τις ανισότητες που διεύρυνε, τα σκάνδαλα και την αυταρχική διακυβέρνηση, επιδιώκει τρίτη θητεία, με μία ιδιαίτερη συνθήκη.
- Δεν έχει αντίπαλο στην αντιπολίτευση: Μόνο για χάρη του αστείου θα μπορούσε κανείς να προβλέψει ότι την επομένη των εκλογών θα ορκίζονταν στη θέση του ο Ανδρουλάκης ή ο Τσίπρας, καθώς αμφότεροι προσπαθούν να εμφανιστούν, ανταγωνιζόμενοι μεταξύ τους.
- Έχει εσωτερικό πρόβλημα. Παρότι ελέγχει την «οργανωμένη» Νέα Δημοκρατία, αποτελεί βάρος για την παραδοσιακή συντηρητική παράταξη, ενώ τα οικονομικά και μιντιακά κέντρα που τον ανέδειξαν αντιλαμβάνονται ότι το κόστος της στήριξής του είναι πλέον μεγάλο. Ο ίδιος, στην πράξη, αποδέχεται ότι δεν διαθέτει το «φωτοστέφανο» του ηγέτη ή του παραταξιάρχη στην ευρύτερη Κεντροδεξιά. Διαμορφώνει μια συσπείρωση γύρω του, ετερόκλητη, αν όχι και τόσο συμβατή:
Την ακροδεξιά που ενσωμάτωσε στη Νέα Δημοκρατία ο Σαμαράς, μια ομάδα πρώην αποτυχημένων «Σημιτικών» του ΠΑΣΟΚ – που είχε εξανδραποδίσει πριν από το 2019 – και τα ερείσματα της οικογένειας. Ωστόσο, αυτό το μείγμα δεν είναι ελκυστικό. Αντιθέτως, διευκολύνει την ανασυγκρότηση του ηττημένου καραμανλισμού. Με «συμβολικό» πρόσωπο αναφοράς τον πρώην Πρωθυπουργό και μακροβιότερο αρχηγό της ΝΔ, και εμπροσθοφυλακή τον υπουργό Άμυνας Νίκο Δένδια, επιστρέφει για τη ρεβάνς.
Ο Μητσοτάκης, για να αντιμετωπίσει αυτό που οι ηγεσίες φοβούνται πάντα – την ανάδειξη διακριτού εσωκομματικού πόλου – επιχειρεί να «βραχυκυκλώσει» την προοπτική της διαδοχής του, χρίζοντας… ο ίδιος «δελφίνους», τους διορισμένους αντιπροέδρους του στο κόμμα.
Ο Γεωργιάδης και κυρίως ο Χατζηδάκης, λειτουργούν ως «λαγοί» σε αυτή την κούρσα. Για την οποία φέρονται να προετοιμάζονται και άλλοι: ο Κικίλιας, η Κεραμέως και – με περισσότερες πιθανότητες – ο Πιερρακάκης, ως «νέος σερίφης στην πόλη». Ωστόσο, ο Δένδιας παραμένει δημοφιλέστερος στις στήλες των δημοσκόπων. Παρότι δεν επισπεύδει την αναμέτρηση, αλλά τη μεταθέτει στο μέλλον. Πρόκειται για γνωστή επικοινωνιακή πρακτική, παρότι τον εμφανίζει να περιμένει απλώς την «ενθρόνισή» του. Εικόνα καθόλου ελκυστική, για κάποιον που θέλει να ηγηθεί. Προφανώς, αυτό το στοιχείο επιχειρεί να εκμεταλλευτεί το «σύστημα Μητσοτάκη». Όμως, καθώς οι – ακόμη και προσβλητικές – επιθέσεις αποδόμησης από τον Άδωνι Γεωργιάδη αποβαίνουν υπέρ του Δένδια, στην τελευταία συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής, ανέλαβε προσωπικά ο Πρωθυπουργός την πρωτοβουλία της σύγκρουσης:
Υπενθύμισε στον, απόντα από τη συνεδρίαση και την υπεράσπιση του «επιτελικού κράτους» – αλλά όχι και από τις λίστες των «παρακολουθούμενων» – υπουργό του, ότι ο ίδιος αποφασίζει ακόμη, ποιος θα «βρίσκεται» στην «κουζίνα». Από την πολιτική ιστορία γνωρίζουμε ότι, σε αυτές τις περιπτώσεις, εάν ο επίδοξος διάδοχος δεν σηκώσει το γάντι, η συνέχεια βρίσκεται στον… Καβάφη: «… αποχαιρέτα την Αλεξάνδρεια που χάνεις».
