Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) προχωρά σε 12 κρίσιμες διευκρινίσεις σχετικά με τη διαδικασία ελέγχου των τραπεζικών λογαριασμών των φορολογούμενων. Με αυτές τις οδηγίες, η ΑΑΔΕ αποσαφηνίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι καταθέσεις χαρακτηρίζονται ως αδικαιολόγητες, καθώς και τα περιθώρια άμυνας που διαθέτουν οι φορολογούμενοι.
Οι έλεγχοι στις τραπεζικές καταθέσεις πραγματοποιούνται πλέον μαζικά, χάρη στα εξελιγμένα λογισμικά της ΑΑΔΕ, τα οποία εντοπίζουν εκατομμύρια ευρώ που δεν αντιστοιχούν στα δηλωθέντα εισοδήματα. Εάν διαπιστωθεί ότι τα ποσά των καταθέσεων ή οι κινήσεις των λογαριασμών δεν δικαιολογούνται από τα δηλωθέντα εισοδήματα ή την επιχειρηματική δραστηριότητα του κατόχου, τότε αυτά φορολογούνται με συντελεστή 33%. Επιπλέον, επί του οφειλόμενου φόρου επιβάλλεται πρόστιμο ανακρίβειας 50%, ενώ μπορεί να επιβληθεί και ειδική εισφορά αλληλεγγύης, ανάλογα με το φορολογικό έτος.
Δεν είναι όλες οι Καταθέσεις Αδικαιολόγητες
Δεδομένου του αυξημένου αριθμού προσφυγών από φορολογούμενους κατά των προστίμων της εφορίας, η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) εξέδωσε τη σειρά των 12 διευκρινίσεων. Η ΔΕΔ επισημαίνει τα ακόλουθα σημαντικά σημεία:
- Η προσαύξηση της περιουσίας που προκύπτει από τον έλεγχο τραπεζικών λογαριασμών πρέπει να τεκμηριώνεται επαρκώς. Αναλήψεις ή καταθέσεις μπορεί να αφορούν συναλλαγές που δεν συνιστούν απαραίτητα φορολογητέο εισόδημα.
- Μεταφορές χρηματικών ποσών μεταξύ τραπεζικών λογαριασμών εξετάζονται προσεκτικά. Διερευνάται ο λόγος πραγματοποίησης των συναλλαγών αυτών, εφόσον ο φορολογούμενος προσκομίσει τα σχετικά έγγραφα.
- Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ ανάληψης και κατάθεσης στον ίδιο ή άλλο λογαριασμό, αλλά αν τα αναληφθέντα ποσά υπερκαλύπτουν δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων ή άλλες δαπάνες, καθιστώντας ενδεχομένως αδικαιολόγητες μεταγενέστερες καταθέσεις.
- Στην περίπτωση που αποδειχθεί ότι οι συγκεκριμένες αναλήψεις δαπανήθηκαν για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων ή άλλες δαπάνες, δεν μπορεί να θεωρηθεί εφικτή η επανακατάθεση των ποσών αυτών.
- Ο έλεγχος της εφορίας κρίνει και τεκμηριώνει εάν πρόκειται για «πρωτογενείς καταθέσεις», δηλαδή ποσά που προέρχονται από άγνωστη, μη διαρκή ή μη σταθερή πηγή ή αιτία, και όχι από αναλήψεις από άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς.
- Η ανάληψη χρηματικών ποσών και η αποδεδειγμένη επανακατάθεση μέρους ή του συνόλου αυτών δεν αντίκειται στη φορολογική νομοθεσία, ούτε προβλέπεται χρονικός περιορισμός για την κίνηση χρηματικών κεφαλαίων.
- Όταν η προσαύξηση της περιουσίας δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, τότε φορολογείται στη χρήση που διαπιστώθηκε ο έλεγχος.
- Ο φορολογούμενος έχει το δικαίωμα να αποδείξει ότι ο χρόνος που διαπιστώθηκε από τον έλεγχο είναι διαφορετικός.
- Δεν υφίσταται προσαύξηση περιουσίας, εάν είναι εμφανής η πηγή προέλευσης ενός χρηματικού ποσού που πιστώνεται στον τραπεζικό λογαριασμό (π.χ. εισόδημα από κεφάλαιο, πώληση περιουσιακών στοιχείων, δάνειο), ακόμα και αν δεν συμπεριλήφθηκε στις φορολογικές δηλώσεις.
- Μια πίστωση σε τραπεζικό λογαριασμό που εντοπίζεται από την εφορία, μπορεί να λογιστεί και να φορολογηθεί ως εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα, εάν δεν καλύπτεται από τα δηλωθέντα εισοδήματα ή άλλη συγκεκριμένη πηγή, κατόπιν κλήσης του φορολογούμενου από την ΑΑΔΕ.
- Ο φορολογούμενος οφείλει να ανταποκριθεί στην κλήση της ελεγκτικής αρχής, παρέχοντας τα αναγκαία στοιχεία για τη δικαιολόγηση της περιουσιακής του κατάστασης.
- Η άρνηση ή παράλειψη παροχής πληροφοριών ή η αδυναμία επαρκούς τεκμηρίωσης λαμβάνεται υπόψη από τη φορολογική αρχή εις βάρος του φορολογούμενου.
