Ιδιωτικό Δείπνο Μητσοτάκη – Ιερώνυμου με Θέα τον Λυκαβηττό: Στο Τραπέζι οι Φοιτητικές Εστίες και η Εκκλησιαστική Περιουσία

Η ενίσχυση της θεσμικής συνεργασίας μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, καθώς και η επιτάχυνση των διαδικασιών για την αξιοποίηση εκκλησιαστικής περιουσίας που έχει δεσμευτεί ή καταπατηθεί, αποτέλεσαν τα κύρια θέματα συζήτησης στο ιδιωτικό δείπνο που παρατέθηκε το βράδυ της Δευτέρας (27/7) από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη προς τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμο. Η συνάντηση, που χαρακτηρίστηκε επίσημα και από τις δύο πλευρές ως «ιδιωτική», έλαβε χώρα στο roof garden της πρωθυπουργικής κατοικίας στον Λυκαβηττό. Πρόκειται για την τέταρτη συνάντηση των δύο ανδρών τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, ενώ και το προηγούμενο καλοκαίρι ο πρωθυπουργός είχε φιλοξενήσει τον Αρχιεπίσκοπο στην ίδια κατοικία, με φόντο τις εξελίξεις γύρω από τη Μονή Σινά.

Το δείπνο διεξήχθη χωρίς την παρουσία συνεργατών, με σκοπό τη δημιουργία ενός πιο άμεσου και εμπιστευτικού κλίματος για τη συζήτηση ζητημάτων που αφορούν τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας. Η συγκυρία, άλλωστε, προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στη συνάντηση, καθώς η χώρα εισέρχεται σε παρατεταμένη προεκλογική περίοδο και τόσο η κυβέρνηση όσο και η Εκκλησία επιθυμούν την αποφυγή εντάσεων ή την εμπλοκή εκκλησιαστικών θεμάτων στην πολιτική αντιπαράθεση. Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «Τα Νέα», παρούσα στη συνάντηση ήταν μόνο η σύζυγος του πρωθυπουργού, Μαρέβα Γκραμπόφσκι, και δεν προηγήθηκε κάποια αναγγελία του δείπνου από τις αρμόδιες πλευρές. Όπως αναφέρεται, ο Αρχιεπίσκοπος προσήλθε στην πρωθυπουργική κατοικία χωρίς τη συνοδεία του.

Ανάλογο, εμπιστευτικό κλίμα επικρατεί και στα γεύματα που παραθέτει ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος στον πρωθυπουργό στην Αρχιεπισκοπή, στην οδό Αγίας Φιλοθέης στην Πλάκα, επίσης χωρίς την παρουσία συνεργατών. Σε ένα από αυτά τα γεύματα εκτιμάται ότι συζητήθηκε και η αύξηση της μισθοδοσίας των ιεραρχών, η οποία ανακοινώθηκε τον προηγούμενο μήνα.

Το επίκεντρο: Η αξιοποίηση εκκλησιαστικής περιουσίας

Σύμφωνα με πηγές της Μονής Πετράκη που επικαλείται το δημοσίευμα, ο Αρχιεπίσκοπος επανέφερε στην ατζέντα το ζήτημα της αξιοποίησης ακινήτων της Εκκλησίας, τα οποία παραμένουν δεσμευμένα ή βρίσκονται σε καθεστώς δικαστικών και νομικών εκκρεμοτήτων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η έκταση στη Φασκομηλιά Βουλιαγμένης, όπου η αξιοποίηση καθυστερεί λόγω πολυετών νομικών εμπλοκών, έντονου επενδυτικού ενδιαφέροντος για την περιοχή και των θέσεων του Δήμου Βάρης – Βούλας – Βουλιαγμένης.

Παρόμοια προβλήματα αντιμετωπίζει η Εκκλησία και με άλλα ακίνητα, τόσο στην Αττική όσο και σε επαρχιακές μητροπόλεις. Οι δυσκολίες εστιάζονται σε θέματα ιδιοκτησίας, διεκδικήσεις, κεφαλαιακές απαιτήσεις και άλλες δεσμεύσεις που συχνά παρεμποδίζουν την αξιοποίηση των εκτάσεων. Το κύριο ζητούμενο για τον Αρχιεπίσκοπο, σύμφωνα με τις εν λόγω πηγές, είναι η απεμπλοκή συγκεκριμένων ακινήτων στην Αθήνα και την περιφέρεια, προκειμένου να προχωρήσουν ταχύτερα δράσεις κοινωνικού χαρακτήρα, ιδιαίτερα στον τομέα της φοιτητικής στέγης και της στέγασης οικονομικά ασθενέστερων πολιτών, σε μια περίοδο όπου το κόστος των ενοικίων έχει εκτοξευθεί.

«Για τον Ιερώνυμο, το στεγαστικό των φοιτητών, από τους οποίους περιμένει τόσα η πατρίδα, είναι κεφαλαιώδες ζήτημα», ανέφερε χαρακτηριστικά εκκλησιαστική πηγή στα «Νέα».

Προηγούμενες προσπάθειες που δεν ευοδώθηκαν

Παρά το σαφές ενδιαφέρον της Εκκλησίας για την αξιοποίηση της περιουσίας της, έχουν καταγραφεί δύο προηγούμενες προσπάθειες του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου που δεν κατέστη δυνατόν να υλοποιηθούν.

Η πρώτη αφορούσε την αξιοποίηση μεγάλης έκτασης στο Σχιστό, με στόχο τη δημιουργία ενός εκτεταμένου οικιστικού πρότζεκτ για πολίτες με περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες, ένα έργο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα «εκκλησιαστικό Ελληνικό». Η δεύτερη προσπάθεια αφορούσε τη δημιουργία μιας ψηφιακής τράπεζας, η οποία θα λειτουργούσε περισσότερο ως σύγχρονος χρηματοδοτικός μηχανισμός για κοινωφελείς δράσεις και λιγότερο ως παραδοσιακό τραπεζικό ίδρυμα.

Τομείς σύγκλισης και μελλοντικές προοπτικές

Παρά τις υφιστάμενες δυσκολίες στην αξιοποίηση της περιουσίας, η Εκκλησία έχει βάσιμους λόγους να εκφράζει ικανοποίηση από τις πρόσφατες κυβερνητικές πρωτοβουλίες. Ενδεικτικά, η κυβέρνηση προχώρησε στη δημιουργία νέων θέσεων ιερωμένων στα Παλαιφάτα Πατριαρχεία, ένα πάγιο αίτημα της Εκκλησίας, ενίσχυσε τις συνεργασίες σε θέματα κοινωνικής πρόνοιας, όπως η φροντίδα ηλικιωμένων και η σίτιση απόρων, ενώ ταυτόχρονα εξίσωσε το επίπεδο μισθοδοσίας των ιεραρχών με εκείνο γενικού γραμματέα υπουργείου.

Παράλληλα, οι δύο πλευρές συνεχίζουν να αναζητούν κοινούς τρόπους ενίσχυσης της συνεργασίας τους σε κοινωνικά ζητήματα, με την αποτελεσματική αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας να παραμένει ένα από τα σημαντικότερα εκκρεμή ζητήματα.