Ο Θίο Τζέιμς, ο Έλληνας ηθοποιός που είπε «όχι» στον Τζέιμς Μποντ: Η απρόσμενη ιστορία πίσω από την απόφασή του

Έναν μήνα και κάτι έχει περάσει από τότε που ο ελληνικής καταγωγής Θίο Τζέιμς, το «πουλέν» του Γκάι Ρίτσι μετά τη σαρωτική επιτυχία του «The Gentlemen», απέρριψε τα σενάρια που τον ήθελαν να αναλαμβάνει τον ρόλο του Τζέιμς Μποντ. Ο δεύτερος κύκλος της σειράς, που έκανε πρεμιέρα στις 3 Σεπτεμβρίου στο Netflix, επιβεβαιώνει τη δυναμική του ηθοποιού, ο οποίος αυτή την περίοδο θεωρείται ένα από τα πιο περιζήτητα ονόματα της βρετανικής showbiz.

Για αρκετό διάστημα, ο Θίο Τζέιμς βρέθηκε στο επίκεντρο της συζήτησης για τον επόμενο «007», με αμερικανικά και ευρωπαϊκά δημοσιεύματα να τον παρουσιάζουν ως έναν από τους βασικούς υποψήφιους για τον εμβληματικό ρόλο. Ο ίδιος, ωστόσο, έβαλε τέλος στα σχετικά σενάρια, εξηγώντας σε συνέντευξή του στο «GQ» ότι μια τέτοια επιλογή θα απαιτούσε σημαντικές θυσίες στην προσωπική του ζωή.

«Μεγάλωσα – είμαι 41 – για να δεσμευτώ σε ένα τόσο απαιτητικό franchise», ανέφερε χαρακτηριστικά, ενώ μίλησε και για την απώλεια της ιδιωτικότητας που θα μπορούσε να συνοδεύσει έναν τόσο εμβληματικό ρόλο. «Φαντάσου να μην μπορείς να περπατάς ελεύθερος στον δρόμο», είπε, περιγράφοντας ουσιαστικά μία από τις παραμέτρους που τον προβλημάτισαν.

Μετά το «όχι» του Θίο Τζέιμς, η Amazon συνέχισε την αναζήτηση του επόμενου ηθοποιού που θα φορέσει το κοστούμι του διάσημου πράκτορα, με ονόματα όπως ο Τζακ Μπάρτον, ο Άαρον Τέιλορ-Τζόνσον, ο Κάλουμ Τέρνερ, ο Τζέικομπ Ελόρντι, ο Πολ Μέσκαλ και ο Τζακ Λόουντεν να έχουν βρεθεί στο επίκεντρο της σχετικής συζήτησης.

Θίο Τζέιμς: Από το δράμα στη μαύρη κωμωδία

Πίσω, όμως, από την απόφασή του φαίνεται να υπάρχει και κάτι περισσότερο από την επιθυμία να προστατεύσει την προσωπική του ζωή. Ο Θίο Τζέιμς έχει αποδείξει στην πορεία της καριέρας του ότι δεν επιθυμεί να εγκλωβίζεται σε μία μόνο κινηματογραφική ταυτότητα.

Έχει κινηθεί με άνεση από το δράμα, με συμμετοχές σε παραγωγές όπως τα «Fuse», «How It Ends» και «Archive», μέχρι την κωμωδία και, ιδιαίτερα, τη μαύρη κωμωδία, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τα «Monkey» και «The White Lotus». Η δυνατότητά του να μεταμορφώνεται από ρόλο σε ρόλο αποτελεί ένα από τα στοιχεία που έχουν διαμορφώσει την πορεία του.

Για τον ίδιο, λοιπόν, η προοπτική να συνδεθεί για χρόνια με έναν και μόνο χαρακτήρα, ακόμη κι αν αυτός είναι ο Τζέιμς Μποντ, θα μπορούσε να λειτουργήσει περιοριστικά. Παράλληλα, έχει αναπτύξει και την ιδιότητα του παραγωγού, γεγονός που του επιτρέπει να συμμετέχει πιο ενεργά στην επιλογή και την υλοποίηση των projects που θέλει να υπηρετήσει.

Η ελληνική καταγωγή και η ανθρωπιστική δράση

Η σχέση του Θίο Τζέιμς με την Ελλάδα δεν περιορίζεται μόνο στην καταγωγή του. Η οικογενειακή του ιστορία έχει έντονο ελληνικό στοιχείο και συνδέεται με μια δύσκολη διαδρομή προσφυγιάς.

Ο παππούς του, Νίκος, ήταν φοιτητής Ιατρικής στην Αθήνα την περίοδο της ναζιστικής κατοχής, το 1941. Παράλληλα υπηρετούσε στο Βρετανικό Ναυτικό και, προκειμένου να γλιτώσει από τις διώξεις, διέσχισε το Αιγαίο με βάρκα μαζί με ακόμη 12 ανθρώπους. Από την Τουρκία κατέφυγε στη Δαμασκό, όπου βρήκε άσυλο ως πρόσφυγας. Η οικογένεια έχει καταγωγή από την Πελοπόννησο, ενώ ο πατέρας του ηθοποιού, Φίλιππος, μεγάλωσε στη Νέα Ζηλανδία.

Αργότερα η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αγγλία, όπου γεννήθηκε στην Οξφόρδη ο Θίο Τζέιμς. Έχει τέσσερα αδέλφια, ενώ σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Νότιγχαμ και στη Θεατρική Σχολή του Μπρίστολ, πριν ακολουθήσει τον δρόμο της υποκριτικής στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση.

Παραμένοντας κοντά στις ελληνικές του ρίζες και με έντονη ευαισθησία σε ζητήματα ανθρωπισμού, έχει επισκεφθεί καταυλισμούς προσφύγων στην Ελλάδα ως πρεσβευτής Καλής Θέλησης της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες. Με τη δράση του έχει στηρίξει ανθρώπους που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρίδες τους, μια πραγματικότητα που συνδέεται και με την ιστορία της δικής του οικογένειας, έχοντας υιοθετήσει το μήνυμα «Είμαστε όλοι πρόσφυγες».

Ο ίδιος έχει μιλήσει πολλές φορές με υπερηφάνεια για την Ελλάδα, την οποία χαρακτηρίζει «πολύ ξεχωριστή» για εκείνον, ενώ από την πλευρά της μητέρας του έχει και σκωτσέζικη καταγωγή.

Η σχέση του με τη χώρα μας αποτυπώνεται και σε πιο ανάλαφρες ιστορίες που έχει μοιραστεί κατά καιρούς. Ανάμεσα στα αγαπημένα του ελληνικά στοιχεία έχει αναφέρει τα ντολμαδάκια, αλλά και τη συνήθεια των Ελλήνων να βουτούν τα μπισκότα στο γάλα.

Μάλιστα, σε μία από τις αναφορές του στην Ελλάδα είχε θυμηθεί και μια ιδιαίτερη εμπειρία από την εφηβεία του, όταν δοκίμασε ούζο που είχε πάρει από το μπαρ της μητέρας του. «Ήταν το πρώτο αλκοόλ που… έκλεψα από το μπαρ της μητέρας μου, όταν ήμουν έφηβος. Ήπια κι έκανα εμετό. Από τότε δεν το έχω ξαναγγίξει και έχουν περάσει περισσότερα από 20 χρόνια! Είναι πολύ δυνατό», είχε πει χαρακτηριστικά.

Δημοσιεύθηκε στο Secret των Παραπολιτικών