Χρειαζόμαστε μεγαλύτερη ορατότητα του IRIS στο σημείο πληρωμής, καλύτερη ενημέρωση των πολιτών, ισχυρότερα κίνητρα για τους εμπόρους, αλλά και μηχανισμούς επιβράβευσης από τις τράπεζες και τους acquirers, ανέφερε σε ομιλία του του ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκου Πιερρακάκη στο συνέδριο «Payments 360 Conference 2026, powered». «Βρισκόμαστε σε μια εποχή όπου οι πληρωμές αλλάζουν ριζικά και μαζί τους αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί η οικονομία, οργανώνεται το εμπόριο, κινείται το χρήμα και δημιουργείται αξία. Αυτό που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αντιμετωπιζόταν κυρίως ως μια τεχνική λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος, έχει πλέον εξελιχθεί σε μία κρίσιμη υποδομή εμπιστοσύνης, αποτελεσματικότητας και σίγουρα ανταγωνιστικότητας. Επηρεάζει όχι μόνο την ταχύτητα και το κόστος των συναλλαγών, αλλά και την παραγωγικότητα των επιχειρήσεων, την εμπειρία του πολίτη και, ολοένα και περισσότερο τη στρατηγική θέση μιας χώρας στο διεθνές περιβάλλον, είπε ο υπουργός. «Οι άμεσες ψηφιακές πληρωμές δεν αλλάζουν μόνο τον τρόπο με τον οποίο συναλλασσόμαστε, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο θα λειτουργεί η οικονομία στο μέλλον. Στην Ελλάδα, το IRIS αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετάβασης. Μέσα σε λίγα μόλις χρόνια, πέρασε από τη φάση της τεχνολογικής δυνατότητας στη φάση της πραγματικής, καθημερινής χρήσης, αποδεικνύοντας κάτι εξαιρετικά σημαντικό: ότι στην ψηφιακή οικονομία, η επιτυχία δεν κρίνεται από το πόσο προηγμένη είναι μια τεχνολογία, αλλά από το πώς η τεχνολογία αυτή ενσωματώνεται οργανικά στην καθημερινότητα του πολίτη και της επιχείρησης» είπε ο υπουργός. Όπως είπε, τα στοιχεία μιλούν από μόνα τους. * Σήμερα περισσότεροι από 4,6 εκατομμύρια πολίτες χρησιμοποιούν το IRIS για άμεσες μεταφορές χρημάτων μεταξύ φυσικών προσώπων, αριθμός αυξημένος κατά 760.000 σε σχέση με πριν από έναν χρόνο. * Επίσης, 600.000 ελεύθεροι επαγγελματίες και ατομικές επιχειρήσεις έχουν πλέον τη δυνατότητα να εισπράττουν άμεσα μέσω κινητού τηλεφώνου και ΑΦΜ. * Και το 2025 η αξία των συναλλαγών μέσω IRIS έφτασε στα 10,9 δισεκατομμύρια ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 70% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Αυτό, όμως, που αποτυπώνουν οι αριθμοί είναι κάτι βαθύτερο από μια εντυπωσιακή στατιστική αύξηση. Καταγράφουν μια ουσιαστική αλλαγή συμπεριφοράς. Οι πολίτες και οι επιχειρήσεις αναγνωρίζουν στην πράξη τα πλεονεκτήματα των άμεσων πληρωμών: συναλλαγές χωρίς χρέωση για τον πολίτη, με πολύ χαμηλή επιβάρυνση για τον επαγγελματία, αλλά και με ταχύτητα και απλότητα που ανταποκρίνονται στις ανάγκες της σύγχρονης οικονομίας. Έτσι, η οικονομία μετακινείται σταδιακά προς ένα μοντέλο άμεσο, διαφανές και αποτελεσματικό. Αν μάλιστα δούμε τη συνολική εικόνα, αντιλαμβανόμαστε ακόμη καλύτερα το μέγεθος αυτής της μεταβολής. Μέσω ΔΙΑΣ δρομολογήθηκαν και εκκαθαρίστηκαν το 2025 διατραπεζικές συναλλαγές συνολικής αξίας 544,4 δισεκατομμυρίων ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε 2,2 φορές το ελληνικό ΑΕΠ, μέγεθος που αναδεικνύει με τον πιο καθαρό τρόπο ότι οι υποδομές πληρωμών δεν λειτουργούν στο περιθώριο της οικονομίας αλλά, αντίθετα, αποτελούν μεγάλο κομμάτι του πυρήνα της. Η πρόοδος αυτή δεν έχει προκύψει τυχαία. Είναι αποτέλεσμα συντονισμένης προσπάθειας: * της Πολιτείας, η οποία διαμόρφωσε το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο, * της ΔΙΑΣ, που ανέπτυξε και ενίσχυσε την κρίσιμη αυτή υποδομή, αλλά * και των τραπεζών, των acquirers και των παρόχων τεχνολογικών λύσεων, που μετέφεραν αυτή τη δυνατότητα στην πραγματική αγορά. Αυτή ακριβώς η σύμπραξη είναι που μας επιτρέπει σήμερα να μιλάμε για ένα πραγματικό success story της ελληνικής ψηφιακής οικονομίας. Ωστόσο, η πρόοδος αυτή τόνισε ο υπουργός δεν επιτρέπει τον οποιοδήποτε εφησυχασμό. Αντιθέτως, μας φέρνει μπροστά σε μια νέα πρόκληση. Το πρώτο μεγάλο στοίχημα ήταν η διαθεσιμότητα της τεχνολογίας. Το επόμενο, και ίσως σημαντικότερο, είναι η καθολική καθημερινή χρήση της. Η υποχρεωτικότητα υπήρξε αναγκαία σε αυτήν τη διαδρομή, αλλά από μόνη της η υποχρεωτικότητα δεν αρκεί. Η πραγματική υιοθέτηση κερδίζεται στην πράξη, όταν η εμπειρία γίνεται απλή, γρήγορη, θα πω σχεδόν αόρατη για τον χρήστη. Εδώ ακριβώς βρίσκεται σήμερα η μεγαλύτερη πρόκληση. Παρά τη σημαντική τεχνική ετοιμότητα, η χρήση του IRIS στα φυσικά σημεία πώλησης παραμένει ακόμη περιορισμένη, με περίπου 55.000 συναλλαγές τον μήνα. Αυτό σημαίνει ότι η πρόκληση δεν βρίσκεται πλέον τόσο στην τεχνολογία, όσο στη μετατροπή αυτής της δυνατότητας σε καθημερινή συνήθεια. Ο ρόλος των τραπεζών, των acquirers και συνολικά της αγοράς γίνεται απολύτως καθοριστικός. Το γεγονός ότι η Πολιτεία νομοθέτησε τη χρήση του IRIS είναι ένα μόνο κομμάτι του παζλ. Το δεύτερο είναι να συμβάλουν οι τράπεζες και οι acquirers περαιτέρω, δίνοντας κίνητρα ώστε να ενισχυθεί η χρήση του. Χρειαζόμαστε μεγαλύτερη ορατότητα του IRIS στο σημείο πληρωμής, καλύτερη ενημέρωση των πολιτών, ισχυρότερα κίνητρα για τους εμπόρους, αλλά και μηχανισμούς επιβράβευσης που θα ενθαρρύνουν τη χρήση. Πιο συγκεκριμένα, ο κ. Πιερρακάκης είπε ότι ανάμεσα σε άλλα, θα μπορούσαν να γίνουν: * Διαφημιστικές καμπάνιες προς τους πελάτες, με στόχο την ενημέρωση τόσο του κοινού όσο και των εμπόρων. * Ένταξη σχημάτων επιβράβευσης, όπως ισχύει ήδη στη χρήση των χρεωστικών καρτών, όπου ανάλογα με τη χρήση υπάρχει επιστροφή χρημάτων, ώστε να μην υπάρχει οποιοδήποτε αντικίνητρο, εντός εισαγωγικών, στις χρήσεις του IRIS. * Και το κυριότερο, βελτίωση της εμπειρίας πληρωμής. Αυτό μπορεί να γίνει με την υιοθέτηση της τεχνολογίας, τύπου Tap & Pay, όπου πολύ εύκολα ο συναλλασσόμενος θα μπορεί να πληρώνει με μια εφαρμογή NFC, πλησιάζοντας απλώς το κινητό του, όπως ακριβώς κάνει σήμερα το Apple Pay ή το Google Pay μέσω της πιστωτικής κάρτας. Ο πολίτης συγκρίνει εμπειρίες στις πληρωμές. Αν έχει συνηθίσει στην αμεσότητα των ανέπαφων πληρωμών, στην ευκολία των ψηφιακών πορτοφολιών, στην εμπειρία των σύγχρονων συναλλαγών, τότε κάθε νέο σύστημα κρίνεται με βάση το ίδιο μέτρο. Όσο λιγότερη προσπάθεια απαιτεί μια πληρωμή, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η υιοθέτησή της. Η συζήτηση αυτή, όμως, δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Μας οδηγεί φυσικά στη δεύτερη μεγάλη διάσταση του σημερινού συνεδρίου: στην ευρωπαϊκή. Συζητάμε για ένα σημαντικό βήμα προς έναν πραγματικά ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο για τις άμεσες πληρωμές. Για πρώτη φορά παρουσιάζεται η ευρωπαϊκή διασύνδεση του IRIS με αντίστοιχα σχήματα της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, ενώ η ένταξη της Ελλάδας στο European Payments Alliance, το EuroPA, που ανακοινώθηκε πριν από έναν χρόνο στο ίδιο συνέδριο, αρχίζει να αποκτά περιεχόμενο. * Από σήμερα, με την έναρξη της πρώτης φάσης της διασύνδεσης, 57,3 εκατομμύρια Ευρωπαίοι πολίτες σε πέντε χώρες αποκτούν τη δυνατότητα να ανταλλάσσουν χρήματα άμεσα, με τον ίδιο απλό τρόπο που το κάνουν ήδη στις εθνικές τους αγορές. * Μέχρι το τέλος του έτους, η εμβέλεια του δικτύου θα επεκταθεί στα 173,1 εκατομμύρια πολίτες σε 18 χώρες, ενώ * Το 2027 η διαλειτουργικότητα θα περάσει και στο επόμενο στάδιο, καλύπτοντας πληρωμές τόσο στο ηλεκτρονικό εμπόριο όσο και στα φυσικά καταστήματα. Αυτό είναι ένα ουσιαστικό βήμα προς μια Ευρώπη όπου οι πληρωμές θα κινούνται με την ίδια ευκολία με την οποία κινούνται οι πολίτες, τα αγαθά και τα κεφάλαια. Για χρόνια, η Ευρώπη οικοδόμησε την ενιαία αγορά της γύρω από την ελεύθερη διακίνηση αγαθών και υπηρεσιών. Στο πεδίο των πληρωμών, όμως, παρέμεναν ακόμη σύνορα. Και αυτό έχει πλέον στρατηγική σημασία, γιατί όταν μιλάμε για ευρωπαϊκή κυριαρχία δεν μιλάμε μόνο για την άμυνα, την ενέργεια, την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο κινείται το χρήμα μέσα στην ευρωπαϊκή οικονομία. Μια Ευρώπη που θέλει να είναι αυτόνομη, ανθεκτική και ανταγωνιστική χρειάζεται τις δικές της ισχυρές, σύγχρονες και διαλειτουργικές λύσεις πληρωμών. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η συζήτηση για το ψηφιακό ευρώ. Συχνά παρουσιάζεται ως μια επιλογή ανάμεσα σε ανταγωνιστικές λύσεις. Πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για ένα λανθασμένο δίλημμα. Το ψηφιακό ευρώ αποτελεί μια στρατηγική δημόσια υποδομή που -όντως- μπορεί να ενισχύσει την εμπιστοσύνη, τη σταθερότητα και την ανθεκτικότητα του ευρωπαϊκού συστήματος πληρωμών. Από την άλλη πλευρά, λύσεις όπως το IRIS και πρωτοβουλίες όπως το EuroPA επιταχύνουν την καινοτομία και διευρύνουν τις επιλογές των χρηστών. Γι’ αυτό και το χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν πρέπει να αντιμετωπίζει αυτές τις εξελίξεις ως ανταγωνιστικές μεταξύ τους. Αντιθέτως, οφείλει να αγκαλιάσει και τα δύο, αναγνωρίζοντας ότι η πραγματική ισχύς προκύπτει από τη συμπληρωματικότητά τους, τόσο δημόσια υποδομή όσο και ιδιωτική καινοτομία ταυτόχρονα. Στην Ελλάδα έχουμε ήδη διανύσει μεγάλη απόσταση. Το IRIS απέδειξε στην πράξη ότι όταν το κράτος, οι θεσμοί και η αγορά κινούνται με κοινή κατεύθυνση, η αλλαγή μπορεί να έρθει γρήγορα και να αφήσει πραγματικό αποτύπωμα στην οικονομία και στην καθημερινότητα. Το σημαντικότερο, όμως, είναι αυτό που βρίσκεται μπροστά μας. Γιατί το επόμενο βήμα αφορά το αν η τεχνολογία μετατρέπεται σε εμπιστοσύνη, σε συνήθεια και τελικά σε αυτονόητο μέρος της καθημερινής ζωής. Η πραγματική επιτυχία του IRIS δεν θα μετρηθεί στους αλγορίθμους ή στα data centers, θα μετρηθεί στη στιγμή της συναλλαγής στο ταμείο ενός μικρού καταστήματος, στην καθημερινότητα ενός επαγγελματία, στο κινητό ενός πολίτη που θέλει να πληρώσει άμεσα, εύκολα και με ασφάλεια. Εκεί θα φανεί αν οι άμεσες πληρωμές έγιναν πραγματικά μέρος της οικονομικής μας κουλτούρας. Και εκεί θα κριθεί αν η Ελλάδα, μαζί με την Ευρώπη, μπορεί να βρεθεί στην πρώτη γραμμή της νέας εποχής των ψηφιακών συναλλαγών, είπε κλείνοντας την παρέμβασή του.
