Προφυλακίστηκε ο 89χρονος πολίτης, ο οποίος προχθές προκάλεσε αναστάτωση με τις ένοπλες επιθέσεις του στον ΕΦΚΑ Κεραμεικού και το Πρωτοδικείο Αθηνών. Κατά την απολογία του ενώπιον του ανακριτή και του εισαγγελέα, φέρεται να επανέλαβε τα όσα είχε δηλώσει και προανακριτικά: ότι οι επιθέσεις του στον ΕΦΚΑ και στο Πρωτοδικείο δεν είχαν ανθρωποκτόνο πρόθεση, καθώς πυροβόλησε τους πέντε τραυματίες στο πόδι. Επίσης, δήλωσε ότι σκόπευε να διαφύγει στην Ιταλία και από εκεί να ταξιδέψει στο Στρασβούργο. Διατεθειμένος να αποζημιώσει με 2.000 ευρώ τον κάθε τραυματία, ήτοι 10.000 ευρώ συνολικά, δήλωσε ο ηλικιωμένος.
Ο υπερήλικας αντιμετωπίζει κατηγορίες για τρία κακουργήματα και έξι πλημμελήματα, μεταξύ των οποίων: Απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά συρροή, διακεκριμένη περίπτωση παράνομης οπλοφορίας εντός δικαστικού καταστήματος, διακεκριμένη περίπτωση παράνομης οπλοφορίας με πυροβόλο όπλο, οπλοχρησία κατ’ εξακολούθηση, παραμονή και οπλοφορία όπλου εντός δικαστικού καταστήματος κατ’ εξακολούθηση, παράνομη κατοχή πυρομαχικών και φυσιγγίων, παράνομη κατοχή όπλων (μαχαίρια και ρέπλικα), διατάραξη λειτουργίας υπηρεσίας κατ’ εξακολούθηση και απειλή διάπραξης εγκλημάτων.
Με σύμφωνη γνώμη ανακριτή και εισαγγελέα, ο 89χρονος οδηγήθηκε στη φυλακή του Κορυδαλλού. Η υπεράσπισή του υπέβαλε αίτημα για διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης και ζήτησε την κράτησή του στο ψυχιατρικό κατάστημα.
Η Ανάρτηση του Δικηγόρου του:
«Καταθέτει αυτή τη στιγμή στην 3η Ανακρίτρια Αθηνών ο εντολέας μου, Π.Κ., ο οποίος κατηγορείται για απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση κατά συρροή, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, και άλλες πράξεις. Εξηγεί ότι εργάστηκε από το 1952 έως το 1959 στην Ελλάδα, πριν εκπληρώσει τη στρατιωτική του θητεία (1959-1962). Μετά την επιστροφή του από τη Γερμανία και την Αμερική, όπου εργάστηκε συνολικά για 48 χρόνια, ζήτησε τη σύνταξη που δικαιούτο από το ΙΚΑ (νυν ΕΦΚΑ).
Όταν το αίτημά του απορρίφθηκε, προσέφυγε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, όπου δικαιώθηκε εν μέρει. Η έφεση που άσκησε απορρίφθηκε για τυπικό λόγο, επειδή δεν προσκόμισε ένα δημόσιο παράβολο 150€. Το Διοικητικό Εφετείο δεν τον ειδοποίησε να το προσκομίσει. Ως εκ τούτου, αναγκάστηκε να ταξιδέψει αρχικά στις Βρυξέλλες και στη συνέχεια στο Στρασβούργο, αφού εξαντλήθηκαν τα ένδικα μέσα στην Ελλάδα σε όλες τις βαθμίδες δικαιοδοσίας. Εκεί, συμπλήρωσε μια φόρμα και υπέβαλε τον φάκελό του, προκειμένου να εκδικαστεί η υπόθεσή του κατά του ελληνικού κράτους.
Την ίδια αίτηση αναγκάστηκε να την υποβάλει δύο φορές, διότι η πρώτη δήθεν ήταν ανυπόγραφη. Κατέθεσε ότι το ΙΚΑ, σε αλληλογραφία με τον γερμανικό φορέα ΑΟΚ, ανέφερε ότι δήθεν είχε μόνο 37 ένσημα, ενώ στην πραγματικότητα είχε 472. Ως αποτέλεσμα, ο ΑΟΚ του έστειλε επιστολή, προειδοποιώντας τον ότι θα διεκδικήσει πίσω όλα τα χρήματα που είχε λάβει, καθώς όφειλε να τα επιστρέψει. Αυτή η εξέλιξη αποτράπηκε, διότι ο ίδιος μετέβη αυτοπρόσωπα στον ΑΟΚ και με στοιχεία απέδειξε ότι λάμβανε νόμιμα τη σύνταξή του.
Τελικά, δικαιώθηκε και συνέχισε να λαμβάνει τη γερμανική σύνταξη. Θυμάται ότι μια Γερμανίδα υπάλληλος στον ΑΟΚ, στην οποία απευθύνθηκε, του είπε: “Το γερμανικό ΙΚΑ εργάζεται για πολίτες που εργάστηκαν στη Γερμανία. Η Ελλάδα είναι χώρα ευρωπαϊκή ή της Αφρικής;”. Αυτή η φράση τον έκανε να νιώσει ντροπή και προσβολή.
Αυτή η εξέλιξη, η ψυχική ταλαιπωρία που υπέστη, η οικονομική εξόντωση (ξόδεψε περίπου 30.000€ για τον δικαστικό αγώνα) τον εξαγρίωσαν και τον έκαναν να χαλυβδώσει τη θέλησή του να εκδικηθεί όσους θεωρούσε υπεύθυνους. Τότε, έστειλε απειλητική επιστολή στην Εισαγγελία Αθηνών, δηλώνοντας ότι αν το θέμα του δεν λύνονταν σε 6 μήνες, θα πήγαινε εκεί «με την καραμπίνα». Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να διαταχθεί ακούσια νοσηλεία του στο Δαφνί, όπου παρέμεινε 23 ημέρες, χωρίς να διαγνωσθεί ότι πάσχει από ψυχικό νόσημα.
Συμπλήρωσε: “Αφού δεν είχα άλλη λύση, έφτασα σε αδιέξοδο, σε απόγνωση. Γέρασα, δεν μπορούσα πλέον να περπατήσω”. Πήρε την καραμπίνα και το περίστροφο που αγόρασε πριν 5 χρόνια και κατευθύνθηκε αρχικά στον ΕΦΚΑ και στη συνέχεια στο Πρωτοδικείο Αθηνών, στη Λουκάρεως. Πυροβόλησε στο δάπεδο, χωρίς πρόθεση να τραυματίσει ή να σκοτώσει κάποιον υπάλληλο. “Δεν ήθελα να σκοτώσω, ήθελα να κάνω θόρυβο, ντόρο, να τους τρομάξω, να γίνουν καλύτερες οι υπηρεσίες όταν πρόκειται για απονομή σύνταξης, να λειτουργούν σωστά, να σέβονται τον πολίτη”.»
