Στο Συμβούλιο της Επικρατείας η τύχη των προστίμων για μη διαβίβαση αποδείξεων στο myDATA

Σε 12 ημέρες αναμένεται να κριθούν από το Συμβούλιο της Επικρατείας οι ιδιαίτερα αυστηρές κυρώσεις που προβλέπει η νομοθεσία για τη μη διαβίβαση των αποδείξεων στο σύστημα e-send των myDATA.

Στις 7 Οκτωβρίου 2026, το ΣτΕ θα κληθεί να απαντήσει σε προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Το εν λόγω δικαστήριο εκδίκασε προσφυγή επιχείρησης, στην οποία η ΑΑΔΕ είχε επιβάλει βαριά πρόστιμα για τη μη διαβίβαση στο myDATA αποδείξεων που είχαν εκδοθεί κανονικά.

Η ισχύουσα φορολογική νομοθεσία αντιμετωπίζει τη μη αποστολή των αποδείξεων στο myDATA με τις ίδιες ποινές που προβλέπονται και για τις περιπτώσεις όπου οι αποδείξεις δεν εκδίδονται καθόλου, με συνέπεια τη διάπραξη φοροδιαφυγής. Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, όπου οι αποδείξεις εκδίδονται κανονικά αλλά για κάποιον λόγο δεν διαβιβάζονται στο myDATA, η παράβαση θεωρείται τυπικού χαρακτήρα και δεν αποσκοπεί στη διάπραξη φοροδιαφυγής. Παρόλα αυτά, οι παραβάσεις αυτές εξισώνονται και τιμωρούνται με τις ίδιες αυστηρές ποινές που αφορούν τη μη έκδοση αποδείξεων, επιβάλλοντας πρόστιμα ή ακόμη και προσωρινή αναστολή λειτουργίας (λουκέτα), ανάλογα με το ύψος των αποδείξεων που δεν διαβιβάστηκαν.

Ό,τι κρίνει το ΣτΕ

Μια επιχείρηση, στην οποία επιβλήθηκαν τσουχτερά πρόστιμα, προσέφυγε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Το δικαστήριο, αδυνατώντας να λάβει απόφαση, έκρινε ότι η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε στο ΣτΕ, ζητείται η γνωμοδότηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου σχετικά με το κατά πόσον είναι συνταγματικά ανεκτό να επιβάλλεται πρόστιμο 50% του ΦΠΑ για κάθε απόδειξη που εκδίδεται αλλά δεν διαβιβάζεται, ακόμα και όταν δεν υφίσταται φοροδιαφυγή, αλλά μόνο παράβαση της υποχρέωσης διαβίβασης.

Το βαρύ ποινολόγιο

Το Συμβούλιο της Επικρατείας όρισε για την 7η Οκτωβρίου 2026 την εξέταση της υπόθεσης. Η απόφασή του αναμένεται με μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς οι κυρώσεις είναι ιδιαίτερα βαριές.

Αναλυτικότερα, η νομοθετική διάταξη προβλέπει τα ακόλουθα:

  • Η μη έκδοση ή η ανακριβής έκδοση πλέον των δέκα (10) προβλεπόμενων παραστατικών πώλησης, ή, ανεξαρτήτως του πλήθους αυτών, όταν η αξία των αγαθών ή των υπηρεσιών για τις οποίες δεν εκδόθηκε παραστατικό πώλησης ή αυτό εκδόθηκε ανακριβώς, υπερβαίνει τα πεντακόσια (500) ευρώ, οδηγεί σε άμεση αναστολή λειτουργίας της επαγγελματικής εγκατάστασης για σαράντα οκτώ (48) ώρες, στην οποία διενεργήθηκε ο έλεγχος.
  • Η μη διαβίβαση στο Πληροφοριακό Σύστημα Φορολογικών Ηλεκτρονικών Μηχανισμών (ΦΗΜ) της ΑΑΔΕ πλέον των δέκα (10) στοιχείων λιανικής πώλησης που έχουν εκδοθεί μέσω Φορολογικού Ηλεκτρονικού Μηχανισμού (ΦΗΜ), ή, ανεξαρτήτως του πλήθους αυτών, όταν η μη διαβιβασθείσα αξία των αγαθών ή των υπηρεσιών υπερβαίνει τα πεντακόσια (500) ευρώ, επιφέρει επίσης άμεση αναστολή λειτουργίας της επαγγελματικής εγκατάστασης για σαράντα οκτώ (48) ώρες.

Επιπλέον, προβλέπεται ότι εάν, εντός του ίδιου ή του επόμενου φορολογικού έτους από τη διαπίστωση των παραπάνω παραβάσεων, διαπιστωθεί εκ νέου, από τον ίδιο μερικό επιτόπιο έλεγχο, η μη έκδοση ή η ανακριβής έκδοση τουλάχιστον τριών (3) παραστατικών πώλησης ή η μη διαβίβαση στο Πληροφοριακό Σύστημα (ΦΗΜ) της ΑΑΔΕ τουλάχιστον τριών (3) στοιχείων λιανικής πώλησης που έχουν εκδοθεί μέσω ΦΗΜ, ανεξαρτήτως αξίας αυτών, στην ίδια ή σε άλλη επαγγελματική εγκατάσταση του υπόχρεου, η λειτουργία της επαγγελματικής εγκατάστασης στην οποία διενεργήθηκε ο έλεγχος, αναστέλλεται αμελλητί για ενενήντα έξι (96) ώρες.

Σε κάθε επόμενη διαπίστωση από τον ίδιο μερικό επιτόπιο έλεγχο των παραβάσεων, εντός δύο (2) φορολογικών ετών από τη διαπίστωσή τους σε οποιαδήποτε επαγγελματική εγκατάσταση του υπόχρεου, η λειτουργία της επαγγελματικής εγκατάστασης στην οποία διενεργήθηκε ο έλεγχος αναστέλλεται αμελλητί για δέκα (10) ημέρες.