Βαμβάκι 2026: Ελπιδοφόρες Προβλέψεις για την Παραγωγή, Ανησυχίες για τις Τιμές

Ευχάριστα νέα διαφαίνονται για την παραγωγή βάμβακος το 2026, τόσο ως προς την ποσότητα όσο και την ποιότητα, σύμφωνα με τις αρχικές εκτιμήσεις που παρουσίασε στο Πρακτορείο Ειδήσεων Αθηνών-Μακεδονίας ο πρόεδρος της Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Βάμβακος (ΔΟΒ), Ευθύμης Φωτεινός. Σε πολλές περιοχές της χώρας, οι παραγωγοί έχουν ήδη ξεκινήσει τη συγκομιδή, με τα πρώτα δεδομένα να σκιαγραφούν μια ενθαρρυντική εικόνα για τον ετήσιο όγκο παραγωγής. Παρά την ευνοϊκή πορεία της συγκομιδής, ο κ. Φωτεινός τόνισε ότι το κρίσιμο ζήτημα παραμένει η τιμή πώλησης του προϊόντος, ώστε οι παραγωγοί να εξασφαλίσουν το βέλτιστο δυνατό εισόδημα από την καλλιέργειά τους. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι τρέχουσες τιμές δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες του κλάδου, κυρίως λόγω του σημαντικά αυξημένου κόστους παραγωγής που επιβαρύνει τους βαμβακοπαραγωγούς τη φετινή χρονιά.

Ειδικότερα, ο πρόεδρος της Διεπαγγελματικής ανέφερε ότι «η τρέχουσα τιμή διαμορφώνεται στα 0,48 έως 0,50 ευρώ ανά κιλό», διευκρινίζοντας ότι πρόκειται για τιμή παραγωγού, προσαρμοσμένη στις επιμέρους επιδοτήσεις. Παρόλη τη διευκρίνιση, η τιμή παραμένει σε χαμηλά επίπεδα σε σχέση με τις οικονομικές ανάγκες των παραγωγών. Ο κ. Φωτεινός υπενθύμισε ότι νωρίτερα φέτος η τιμή είχε φτάσει τα 0,54 ευρώ, ευνοώντας όσους παραγωγούς είχαν προχωρήσει σε πράξεις προπώλησης της σοδειάς τους. «Κάποιοι το αξιοποίησαν, κάποιοι όχι», σχολίασε, υπογραμμίζοντας τη σημασία των εργαλείων προπώλησης που είναι πλέον διαθέσιμα στους καλλιεργητές. Αυτά τα εργαλεία επιτρέπουν στον παραγωγό να «κλειδώνει» την τιμή πώλησης της παραγωγής του ανά πάσα στιγμή, σύμφωνα με την τρέχουσα τιμή της ημέρας, χωρίς να χρειάζεται να αναμένει το τέλος της εμπορικής περιόδου.

Ερωτηθείς εάν η τρέχουσα τιμή κρίνεται ικανοποιητική, ο πρόεδρος της Διεπαγγελματικής απάντησε αρνητικά, εκφράζοντας την επιθυμία του κλάδου για μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στα εργαλεία διαχείρισης κινδύνου και προπώλησης, ώστε οι παραγωγοί να διασφαλίζουν καλύτερες τιμές για τη σοδειά τους. Οι εξελίξεις στην τιμή αναμένεται να επηρεαστούν από τις συνθήκες της αγοράς τις προσεχείς εβδομάδες.

Σχετικά με την παραγωγή, ο κ. Φωτεινός σημείωσε ότι η εικόνα παρουσιάζει σημαντικές διαφοροποιήσεις ανά περιοχή. Η Μακεδονία ξεχωρίζει φέτος ως μια από τις πιο δυναμικές περιοχές, με τα πρώτα στοιχεία να καταγράφουν ιδιαίτερα αυξημένες αποδόσεις, φτάνοντας σε ορισμένες ζώνες το 60% αύξηση σε σύγκριση με πέρυσι. Παρόμοια εικόνα παρατηρείται και σε άλλες περιοχές, αν και ο βαθμός βελτίωσης της παραγωγής εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις τοπικές συνθήκες καλλιέργειας.

Σε εθνικό επίπεδο, ο πρόεδρος της Διεπαγγελματικής παραμένει συγκρατημένος, καθώς δεν διαθέτει ακόμη πλήρη στοιχεία για ασφαλή εκτίμηση. Ωστόσο, εκτιμά ότι η φετινή χρονιά θα είναι πιο παραγωγική από το 2025, με πιθανή αύξηση της τάξης του 10%. Σύμφωνα με στοιχεία της ΔΟΒ, η παραγωγή σύσπορου βάμβακος την προηγούμενη καλλιεργητική περίοδο κυμάνθηκε μεταξύ 650.000 και 700.000 τόνων. Εάν επιβεβαιωθεί η εκτίμηση για αύξηση 10%, η φετινή παραγωγή θα μπορούσε να ξεπεράσει τους 700.000 τόνους σύσπορου βαμβακιού.

Ένα ακόμη σημαντικό θέμα για τον κλάδο, σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΔΟΒ, είναι η καθυστέρηση στην έναρξη υποβολής της Ενιαίας Δήλωσης Εκμετάλλευσης (ΟΣΔΕ). Αυτή η καθυστέρηση δημιουργεί αβεβαιότητα, καθώς η ολοκλήρωση της διαδικασίας των δηλώσεων επηρεάζει την επιλεξιμότητα των παραγωγών στο πρόγραμμα καταγραφής του περιβαλλοντικού αποτυπώματος της καλλιέργειας, το οποίο βρίσκεται πλέον στο τελικό στάδιο μετά από τέσσερα χρόνια εφαρμογής. «Αυτή τη στιγμή όλα είναι στον αέρα», δήλωσε ο κ. Φωτεινός, περιγράφοντας το κλίμα ανησυχίας μεταξύ των παραγωγών που αναμένουν να ξεκινήσουν οι δηλώσεις για να ξεκαθαριστούν οι όροι συνέχισης του προγράμματος. Η εκκρεμότητα αυτή δεν αφορά μόνο τη γραφειοκρατία, αλλά και τον σχεδιασμό της επόμενης καλλιεργητικής περιόδου.

Παρά τις ανησυχίες, ο πρόεδρος της Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Βάμβακος εξέφρασε αισιοδοξία για τη συνολική πορεία της καλλιέργειας, χαρακτηρίζοντας θετική την προσπάθεια των τελευταίων ετών για το περιβαλλοντικό αποτύπωμα του ελληνικού βάμβακος, ως μοχλό αναβάθμισης της ανταγωνιστικότητας του προϊόντος στις διεθνείς αγορές. Εκτιμά ότι η ολοκλήρωση του τετραετούς προγράμματος θα προσφέρει στο ελληνικό βαμβάκι ένα σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι άλλων χωρών παραγωγής, ενισχύοντας τη θέση του διεθνώς στα επόμενα χρόνια.