Αγορά Πολυτελών Ακινήτων: Νεόδμητα ή Υφιστάμενα – Ποια Επενδυτική Στρατηγική Ενέχει Μεγαλύτερη Αξία το 2026;

Καθώς η αγορά πολυτελών κατοικιών εισέρχεται στο 2026 με προσδοκίες για περαιτέρω ανατιμήσεις, το ερώτημα για την ορθότερη επενδυτική επιλογή επανέρχεται με αυξημένη ένταση. Η Διευθύνουσα Σύμβουλος της Premier Realty, κα Κορίνα Σαΐα, αναλύει τα δεδομένα.

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της αγοράς, οι τιμές των νεόδμητων πολυτελών κατοικιών έχουν καταγράψει σημαντική σωρευτική άνοδο την τελευταία διετία, ξεπερνώντας κατά πολύ τη γενική αγορά κατοικίας. Αυτή η εξέλιξη οφείλεται στο αυξημένο κόστος κατασκευής, αλλά και στη στροφή της ζήτησης προς ακίνητα με σύγχρονες προδιαγραφές.

Παράλληλα, η περιορισμένη προσφορά νεόδμητων κατοικιών αποτελεί πλέον βασικό παράγοντα πίεσης στις τιμές. Στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι οι νέες οικοδομικές άδειες παραμένουν συγκρατημένες σε σχέση με τη ζήτηση. Συγκεκριμένα, η Αττική κατέγραψε μείωση περίπου 23,4% στο οκτάμηνο Ιανουαρίου-Αυγούστου 2025 (7.053 άδειες έναντι 9.210 την αντίστοιχη περίοδο του 2024). «Η τάση αυτή περιορίζει τις επιλογές των αγοραστών και διατηρεί την πίεση στις τιμές των ποιοτικών νεόδμητων ακινήτων», τονίζει η κα Σαΐα.

Στην πράξη, τα υφιστάμενα πολυτελή ακίνητα προωθούνται στην αγορά σε τιμές σημαντικά χαμηλότερες από τα νεόδμητα, με τη διαφορά να ξεπερνά συχνά το 20%. Όπως επισημαίνει η κα Σαΐα, σε περιοχές όπως η Βούλα, δεν είναι σπάνιο να συναντά κανείς υφιστάμενες πολυτελείς κατοικίες σε τιμές 6.000-8.500 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ τα νεόδμητα έργα στην ίδια ευρύτερη περιοχή ξεπερνούν τα 10.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.

Αυτή η διαφορά, εύλογα, δημιουργεί το ερώτημα εάν τα υφιστάμενα ακίνητα αποτελούν καλύτερη επενδυτική επιλογή. Η σύγκριση, ωστόσο, δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην τιμή ανά τετραγωνικό μέτρο. Το πραγματικό κόστος απόκτησης ενός παλαιότερου πολυτελούς ακινήτου συχνά περιλαμβάνει ανακαινίσεις υψηλών προδιαγραφών, οι οποίες στην Ελλάδα ξεπερνούν τα 1.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ οι ειδικοί συνιστούν και την πρόβλεψη πρόσθετου αποθεματικού 15%-20% για απρόβλεπτες εργασίες. Σε πολλές περιπτώσεις, το τελικό κόστος πλησιάζει την τιμή ενός νεόδμητου ακινήτου, με αυξημένο ρίσκο υλοποίησης.

Τα υφιστάμενα πολυτελή ακίνητα διατηρούν ισχυρό επενδυτικό ενδιαφέρον όταν συνδυάζουν αρχιτεκτονική ταυτότητα, προνομιακή τοποθεσία και περιορισμένη προσφορά νέων έργων στην ίδια περιοχή. Σε αγορές όπως το Ψυχικό και η Φιλοθέη, η αξία καθορίζεται από τη σπανιότητα ενός συνόλου χαρακτηριστικών που δύσκολα αναπαράγονται σήμερα, όπως τα μεγάλα οικόπεδα. Την ίδια στιγμή, αυτή η περιορισμένη προσφορά ενισχύει τη ζήτηση για επιλεκτικά νεόδμητα έργα στις ίδιες περιοχές. Ο συνδυασμός σύγχρονων προδιαγραφών με στοιχείο σπανιότητας δημιουργεί συνθήκες διαχρονικής αξίας και αποτελεσματικής προστασίας κεφαλαίου.

Με το ίδιο σκεπτικό, τα νεόδμητα έργα αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα ενόψει του 2026. Η υψηλή ενεργειακή απόδοση προσφέρει ουσιαστική εξοικονόμηση στα ετήσια λειτουργικά έξοδα, η οποία σε μεγάλα πολυτελή ακίνητα μπορεί να μεταφραστεί σε εκατοντάδες ευρώ ετησίως. Επιπλέον, τα νεόδμητα ακίνητα δεν επιβαρύνονται με ΦΠΑ 24%, στοιχείο που επηρεάζει καθοριστικά το συνολικό κόστος απόκτησης. Παράλληλα, προσφέρουν νομικές εγγυήσεις κατασκευής και τμηματικά πλάνα πληρωμών, μειώνοντας την αρχική κεφαλαιακή επιβάρυνση.

«Με την καθοδήγηση έμπειρων συμβούλων ακινήτων, οι αγοραστές δεν περιορίζονται πλέον στη σύγκριση τιμών ανά τετραγωνικό μέτρο, αλλά αξιολογούν συνολικά επενδυτικά σενάρια: κόστος εισόδου, λειτουργικά έξοδα, επίπεδο ρίσκου, χρονικό ορίζοντα και προοπτικές υπεραξίας», σημειώνει η κα Σαΐα. Σε μια αγορά υψηλών αποτιμήσεων, η σωστή απόφαση δεν είναι απλώς θέμα σύγκρισης νεόδμητου ή υφιστάμενου, αλλά θέμα εις βάθος οικονομικής ανάλυσης και σωστής τοποθέτησης στην ευρύτερη περιοχή ενδιαφέροντος.