Τέσσερα χρόνια μετά την ενεργειακή κρίση που προκλήθηκε από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, η αβεβαιότητα επιστρέφει όσον αφορά τα αποθέματα φυσικού αερίου. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αναζωπυρώνει τις ανησυχίες για την επάρκεια της προσφοράς και τη διαμόρφωση των τιμών, καθώς τα ευρωπαϊκά αποθέματα βρίσκονται σε χαμηλά επίπεδα εν όψει του χειμώνα.
Τα στοκ σε χαμηλά επίπεδα
Το φυσικό αέριο κατέχει κεντρικό ρόλο στην Ευρώπη, τροφοδοτώντας εργοστάσια, παρέχοντας θέρμανση σε κτίρια και παράγοντας ηλεκτρική ενέργεια. Το καλοκαίρι είναι η περίοδος κατά την οποία οι αγοραστές αναπληρώνουν τα αποθέματα, εκμεταλλευόμενοι χαμηλότερες τιμές σε σχέση με τους χειμερινούς μήνες. Παραδοσιακά, το μέσο επίπεδο πλήρωσης των αποθεμάτων κατά τη θερινή περίοδο κυμαίνεται μεταξύ 75% και 80%.
Σύμφωνα με την ένωση Gas Infrastructure Europe, τα ευρωπαϊκά αποθέματα βρίσκονται αυτή τη στιγμή στο 58%, αποτελώντας τα χαμηλότερα επίπεδα από το 2021, χρονιά κατά την οποία η Ρωσία άρχισε να μειώνει τις παραδόσεις φυσικού αερίου προς την Ευρώπη.
Συνδυασμός παραγόντων
Πολλοί παράγοντες εξηγούν αυτή την κατάσταση. «Η Ευρωπαϊκή Ένωση ολοκλήρωσε τον χειμώνα με στοκ φυσικού αερίου στο 28%, επίπεδο σαφώς χαμηλότερο σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια», δηλώνει ο Ronald Pinto, αναλυτής της Kpler. Ένας εν μέρει υπεύθυνος παράγοντας είναι η έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή, στα τέλη Φεβρουαρίου, ο οποίος επηρέασε τις ευρωπαϊκές εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), όπως αυτό του Κατάρ που διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ, γεγονός που οδήγησε σε αύξηση των τιμών.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι Ευρωπαίοι αγοραστές πόνταραν σε μελλοντική μείωση των τιμών και καθυστέρησαν τις αγορές φυσικού αερίου για την πλήρωση των αποθεμάτων. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι τιμές του φυσικού αερίου με παράδοση τον χειμώνα παρέμειναν τεχνητά χαμηλότερες σε σύγκριση με τις θερινές τιμές, μειώνοντας έτσι το οικονομικό κίνητρο για τη δημιουργία αποθεμάτων κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.
Εφοδιασμός υπό επιτήρηση
Εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δηλώνει ότι δεν υπάρχει «καμία άμεση ανησυχία σχετικά με την ασφάλεια των προμηθειών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε φυσικό αέριο» πριν από τον χειμώνα. Αυτό συμβαίνει διότι η κατάσταση διαφέρει από τις συνθήκες της ενεργειακής κρίσης του 2022 που σχετίζεται με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Η Ευρώπη έχει αναπτύξει ικανότητες εισαγωγής LNG που μεταφέρεται με πλοία, αντικαθιστώντας το ρωσικό φυσικό αέριο. Επιπλέον, η ζήτηση φυσικού αερίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει μειωθεί κατά 17% σε σχέση με το επίπεδο πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Οι Βρυξέλλες θεωρούν ότι το επίπεδο 80% στην πλήρωση των αποθεμάτων είναι «τεχνικά εφικτό» και «επαρκές για τη διασφάλιση των προμηθειών κατά τη διάρκεια του χειμώνα», εξηγεί ο εκπρόσωπος της Κομισιόν.
Ωστόσο, ορισμένοι ειδικοί του τομέα εκφράζουν μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα. «Οι κίνδυνοι για τον εφοδιασμό της Ευρώπης παραμένουν αυξημένοι εξαιτίας της μείωσης της διαθεσιμότητας του LNG με προέλευση τη Μέση Ανατολή», τονίζει η Antonia Syn, αναλύτρια της Rystad Energy.
Ακόμη και αν σήμερα «η (ευρωπαϊκή) ήπειρος φαίνεται σε καλύτερη θέση για να αντιμετωπίσει παρατεταμένες διαταραχές στον εφοδιασμό», επισημαίνει ο Ronald Pinto, οι κίνδυνοι παραμένουν. Αναφέρεται συγκεκριμένα σε ενδεχόμενες διαταραχές εφοδιασμού προερχόμενων από τη Νορβηγία και άλλες σημαντικές πηγές ανεφοδιασμού της ΕΕ, καθώς και στο ενδεχόμενο διακοπών στον εφοδιασμό από τις ΗΠΑ λόγω παρατεταμένου ψύχους ή απρόβλεπτων εργασιών συντήρησης στις εγκαταστάσεις του LNG.
Οι τιμές θα παραμείνουν υψηλές
Στο πλαίσιο αυτό, «θα υπάρξει αναμφίβολα αύξηση των τιμών, ιδίως αν το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αντιμετωπίσουν δυσκολίες στην εξαγωγή LNG μέσω των Στενών του Ορμούζ, που παραμένουν αποκλεισμένα», σύμφωνα με την Anne-Sophie Corbeau.
Σύμφωνα με τον Ronald Pinto, η ευρωπαϊκή τιμή αναφοράς θα παραμείνει υψηλή για το υπόλοιπο του έτους, κατά μέσο όρο μεταξύ 55 και 62 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Οι ασιατικές χώρες, και κυρίως η Κίνα, έχουν πληγεί σοβαρά από την κρίση στο Ορμούζ και ανταγωνίζονται ευθέως την Ευρώπη για να προσελκύσουν διαθέσιμα φορτία LNG, τροφοδοτώντας την αύξηση των τιμών. «Προς το παρόν, βλέπουμε περισσότερο LNG να κατευθύνεται στην Ασία παρά σε μας, διότι οι τιμές εκεί είναι υψηλότερες», προειδοποιεί η Anne-Sophie Corbeau.
Άλλες παράμετροι μπορούν επίσης να επιβαρύνουν την αγορά, κυρίως η δριμύτητα του χειμώνα και το επίπεδο αιολικής παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος. «Αν το στοκ είναι χαμηλότερα, ο χειμώνας δριμύς και υπεισέλθει και κάποιο άλλο πρόβλημα, θα πρέπει να αντιμετωπισθεί το ενδεχόμενο περιοριστικών μέτρων, όπως το 2022», προειδοποιεί η ερευνήτρια του Center on Global Energy Policy.
