Δύο Ελληνικοί Κατασκευαστικοί Όμιλοι Ξεχωρίζουν στους 100 Κορυφαίους Παγκοσμίως, Σύμφωνα με Έκθεση της Deloitte

Δύο δυναμικοί ελληνικοί κατασκευαστικοί όμιλοι έχουν καταφέρει να εισέλθουν στο παγκόσμιο πάνθεον των 100 μεγαλύτερων εισηγμένων εταιρειών του κλάδου. Η επίτευξη αυτή συνοδεύεται από εντυπωσιακή αύξηση των πωλήσεών τους, σε μια χρονιά όπου τα συνολικά έσοδα των επιχειρήσεων στην παγκόσμια κατάταξη παρουσίασαν μια μικρή υποχώρηση.

Οι δύο ελληνικές εταιρείες σημείωσαν αθροιστικές πωλήσεις ύψους 5,936 δισεκατομμυρίων δολαρίων το 2025. Αυτό αντιπροσωπεύει μια αύξηση 21,8% σε δολάρια σε σύγκριση με το 2024, ένα ποσοστό που έρχεται σε αντίθεση με τη μικρή μείωση 0,4% που κατέγραψε το σύνολο των 100 κορυφαίων ομίλων της κατάταξης.

Τα εν λόγω στοιχεία προέρχονται από την ένατη έκδοση της ετήσιας έκθεσης Global Powers of Construction 2025 της Deloitte. Η μελέτη αυτή διερευνά τις οικονομικές επιδόσεις, τις στρατηγικές και τις μελλοντικές προοπτικές των μεγαλύτερων εισηγμένων κατασκευαστικών επιχειρήσεων παγκοσμίως. Η κατάταξη βασίζεται στις συνολικές πωλήσεις εταιρειών που δραστηριοποιούνται κατά κύριο λόγο στην κατασκευή κτιρίων και έργων υποδομής, συμπεριλαμβανομένων και των εσόδων από άλλες συναφείς επιχειρηματικές τους δραστηριότητες.

Η έκθεση της Deloitte φωτίζει τις βραχυπρόθεσμες προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο κλάδος, όπως η μακροοικονομική αβεβαιότητα, οι δυσκολίες στην πρόσβαση σε χρηματοδότηση και τα προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Ταυτόχρονα, τονίζει τις αναπτυξιακές δυνατότητες που πηγάζουν από την αυξανόμενη αστικοποίηση, τις στρατηγικές επενδύσεις σε υποδομές και την επιτακτική ανάγκη για ενεργειακή μετάβαση.

ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ και ΑΚΤΩΡ στην Παγκόσμια Κατάταξη

Σύμφωνα με τα αναλυτικά στοιχεία της Deloitte, η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ κατέχει την 70ή θέση, με συνολικές πωλήσεις 4,359 δισεκατομμυρίων δολαρίων το 2025, παρουσιάζοντας αύξηση 24% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Ο όμιλος ΑΚΤΩΡ βρίσκεται στην 94η θέση, με πωλήσεις 1,577 δισεκατομμυρίων δολαρίων και ετήσια άνοδο 16,2%.

Αυτοί οι δύο όμιλοι αποτελούν την ελληνική εκπροσώπηση στη φετινή κατάταξη. Η συνολική αύξηση των πωλήσεών τους διαμορφώθηκε στο 16,6% σε όρους τοπικού νομίσματος, ενώ σε δολάρια ανέρχεται σε 21,8%. Επιπλέον, η αθροιστική χρηματιστηριακή τους κεφαλαιοποίηση έφτασε τα 5,324 δισεκατομμύρια δολάρια, σημειώνοντας αύξηση 77,4% σε δολάρια και 68,4% σε τοπικό νόμισμα σε σύγκριση με το 2024.

Συνολικές Πωλήσεις 1,97 τρισ. δολαρίων – Η Κίνα στην Κορυφή

Οι 100 κορυφαίες εισηγμένες κατασκευαστικές εταιρείες παγκοσμίως κατέγραψαν το 2025 συνολικές πωλήσεις ύψους περίπου 1,97 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Παρά τη μείωση 0,4% σε δολάρια, η αύξηση 1,9% σε όρους τοπικών νομισμάτων υπογραμμίζει την επίδραση των συναλλαγματικών διακυμάνσεων.

Η έκθεση επισημαίνει σημαντικές διαφοροποιήσεις στις επιδόσεις μεταξύ εταιρειών και γεωγραφικών περιοχών. Η αύξηση των επενδύσεων σε υποδομές και τα υψηλά ανεκτέλεστα έργων στήριξαν ορισμένους ομίλους. Αντιθέτως, άλλοι επηρεάστηκαν από την ομαλοποίηση της δραστηριότητας μετά από ισχυρές προηγούμενες χρονιές και την ασθενέστερη ζήτηση στον οικιστικό τομέα.

Η Κίνα διατηρεί την πρωτοκαθεδρία της, με 11 εταιρείες να συγκεντρώνουν το 48,5% των συνολικών πωλήσεων. Τα έσοδα των κινεζικών ομίλων ανήλθαν σε περίπου 957 δισεκατομμύρια δολάρια, με μείωση 5,5%. Στην κορυφή της κατάταξης βρίσκονται πέντε κινεζικές επιχειρήσεις, με επικεφαλής την China State Construction Engineering Corporation, η οποία κατέγραψε πωλήσεις περίπου 289,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Η Ευρώπη αντιπροσωπεύει το 24,5% των συνολικών πωλήσεων, με τους ευρωπαϊκούς ομίλους να σημειώνουν αύξηση περίπου 9% σε τοπικά νομίσματα. Οι εταιρείες με έδρα την Ισπανία είδαν τις πωλήσεις τους να αυξάνονται κατά 17,1% σε δολάρια, ενώ αυτές της Γαλλίας κατά 7,9%. Αντίθετα, οι επιχειρήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών παρουσίασαν οριακή υποχώρηση 0,9%, ενώ οι εταιρείες της Νότιας Κορέας μείωση 7,9%.

Παρά τη συγκρατημένη πορεία των πωλήσεων, η συνολική χρηματιστηριακή κεφαλαιοποίηση των 100 ομίλων ενισχύθηκε κατά 12%, φτάνοντας τα 892,7 δισεκατομμύρια δολάρια. Σύμφωνα με τη Deloitte, αυτό αντικατοπτρίζει τις θετικότερες προσδοκίες των επενδυτών για το μέλλον του κλάδου. Η χρηματιστηριακή αξία των ευρωπαϊκών εταιρειών αυξήθηκε κατά περίπου 104 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ εκείνη των αμερικανικών μειώθηκε κατά περίπου 29 δισεκατομμύρια δολάρια.

Αναμενόμενη Ανάπτυξη 5,9% ετησίως έως το 2030

Παρά τις τρέχουσες βραχυπρόθεσμες προκλήσεις, οι μακροπρόθεσμες προοπτικές του κατασκευαστικού κλάδου παραμένουν αισιόδοξες. Η παγκόσμια κατασκευαστική παραγωγή αναμένεται να αυξηθεί κατά 1,5% το 2026, μετά από μια εκτιμώμενη μείωση 0,2% το 2025. Για την περίοδο έως το 2030, ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης της αγοράς εκτιμάται σε 5,9%.

Κινητήριος μοχλός αυτής της ανάπτυξης είναι η αστικοποίηση. Σήμερα, περίπου το 50% του παγκόσμιου πληθυσμού κατοικεί σε αστικές περιοχές, ενώ έως το 2050, σχεδόν τα δύο τρίτα της παγκόσμιας πληθυσμιακής αύξησης αναμένεται να προέλθουν από τις πόλεις. Αυτή η τάση ενισχύει την ανάγκη για κατασκευή κατοικιών, δικτύων μεταφορών, ενεργειακών εγκαταστάσεων και βασικών υποδομών.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της McKinsey που περιλαμβάνονται στη μελέτη, οι παγκόσμιες επενδυτικές ανάγκες σε υποδομές υπολογίζονται σε 106 τρισεκατομμύρια δολάρια έως το 2040. Από αυτά, περίπου 70 τρισεκατομμύρια δολάρια προορίζονται για την Ασία, 16 τρισεκατομμύρια δολάρια για την αμερικανική ήπειρο, 13 τρισεκατομμύρια δολάρια για την Ευρώπη, 5 τρισεκατομμύρια δολάρια για την Αφρική και 2 τρισεκατομμύρια δολάρια για την Ωκεανία.

Οι μεγαλύτερες ανάγκες εντοπίζονται στους τομείς των μεταφορών και της εφοδιαστικής αλυσίδας (36 τρισεκατομμύρια δολάρια), της ενέργειας (23 τρισεκατομμύρια δολάρια) και των ψηφιακών υποδομών (19 τρισεκατομμύρια δολάρια). Ακολουθούν οι κοινωνικές υποδομές (16 τρισεκατομμύρια δολάρια) και η διαχείριση αποβλήτων και υδάτων (6 τρισεκατομμύρια δολάρια).

Επιπλέον, η ενεργειακή μετάβαση, η αναβάθμιση των ηλεκτρικών δικτύων και η ανάπτυξη υποδομών τεχνητής νοημοσύνης και data centers αναδεικνύονται σε σημαντικές πηγές κατασκευαστικής ζήτησης, απαιτώντας νέες εγκαταστάσεις και επενδύσεις μεγάλης κλίμακας.

Διεθνοποίηση και Διαφοροποίηση Δραστηριοτήτων

Η Deloitte τονίζει τη διεθνοποίηση και τη διαφοροποίηση ως κρίσιμες στρατηγικές για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των μεγαλύτερων κατασκευαστικών ομίλων.

Το 2025, το 26,7% των συνολικών πωλήσεων των 30 κορυφαίων εταιρειών προήλθε από δραστηριότητες εκτός του παραδοσιακού κατασκευαστικού τομέα, ενώ το 24,7% προήλθε από διεθνείς αγορές, έναντι 21,3% το 2024.

Οι ευρωπαϊκοί όμιλοι επιδεικνύουν τον υψηλότερο βαθμό διεθνοποίησης, με το 67% των πωλήσεών τους να προέρχεται από δραστηριότητες εκτός της χώρας έδρας τους. Αντίθετα, οι μεγάλες εταιρείες της Κίνας και των Ηνωμένων Πολιτειών συνεχίζουν να βασίζονται κατά κύριο λόγο στις εγχώριες αγορές τους.

Παράλληλα, οι κορυφαίοι κατασκευαστικοί όμιλοι επεκτείνονται πέρα από τον παραδοσιακό τους πυρήνα, δραστηριοποιούμενοι σε τομείς όπως το real estate και οι βιομηχανικές υπηρεσίες. Ορισμένες εταιρείες επεκτείνονται ακόμη και σε κλάδους όπως τα μέσα ενημέρωσης και οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, επιδιώκοντας μεγαλύτερη διαφοροποίηση των πηγών εσόδων τους.

Ευρωπαϊκές Προοπτικές και Προκλήσεις

Στην Ευρώπη, η κατασκευαστική παραγωγή στις 19 χώρες που καλύπτει το Euroconstruct αναμένεται να αυξηθεί κατά 2% το 2026, μετά από οριακή άνοδο 0,2% το 2025. Για το 2027 προβλέπεται ανάπτυξη 2,2% και για το 2028 αύξηση 1,9%, σηματοδοτώντας μια σταδιακή ανάκαμψη μετά από μια περίοδο υποχώρησης.

Ωστόσο, η μακροοικονομική αβεβαιότητα, οι περιορισμοί στη χρηματοδότηση και οι προκλήσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες εξακολουθούν να επηρεάζουν την πορεία των επενδύσεων και την υλοποίηση έργων.

Ο Δημήτρης Νεκτάριος, Partner, Infrastructure & Capital Projects Leader της Deloitte Ελλάδος, δήλωσε: «Οι διεθνείς τάσεις επιβεβαιώνουν ότι ο κατασκευαστικός κλάδος εισέρχεται σε μια περίοδο σημαντικών ευκαιριών ανάπτυξης, παρά τις βραχυπρόθεσμες προκλήσεις. Η ενίσχυση των επενδύσεων σε υποδομές, σε συνδυασμό με τη διαφοροποίηση και τη διεθνοποίηση των δραστηριοτήτων, αναμένεται να αποτελέσει βασικό παράγοντα δημιουργίας αξίας για τις κατασκευαστικές επιχειρήσεις τα επόμενα χρόνια».