Η Ευρώπη, αν και κατάφερε μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα να μειώσει σημαντικά την εξάρτησή της από τη ρωσική ενέργεια, δεν κατάφερε να εξαλείψει τους ενεργειακούς κινδύνους. Αντιθέτως, αυτοί μεταμορφώθηκαν, συνδέοντας πλέον περισσότερο τη μοίρα της με τη διεθνή αγορά υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), τις γεωπολιτικές εντάσεις και τις εξελίξεις στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας.
Αυτό είναι το κύριο συμπέρασμα νέας ανάλυσης από την Eurobank Research. Η ανάλυση υπογραμμίζει ότι, παρά τη βελτίωση της ενεργειακής ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, η ευρωπαϊκή οικονομία παραμένει ευάλωτη σε εξωγενείς πιέσεις. Αυτές οι πιέσεις μπορούν να οδηγήσουν σε αυξημένο πληθωρισμό, αύξηση του κόστους παραγωγής και μεγαλύτερη επιβάρυνση των εισοδημάτων των νοικοκυριών.
Διαφοροποίηση Προμηθευτών
Η διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας πετρελαίου και φυσικού αερίου υπήρξε κεντρικό εργαλείο για τη μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία. Ωστόσο, η στρατηγική αυτή αύξησε την έκθεση της Ευρώπης στις διεθνείς αγορές LNG, όπου οι τιμές επηρεάζονται άμεσα από οποιαδήποτε γεωπολιτική αναταραχή.
Η συνεχιζόμενη ένταση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν επιβεβαίωσε την ευαισθησία των ενεργειακών αγορών, ακόμη και αν οι αντιδράσεις τους είναι πλέον πιο ήπιες σε σύγκριση με το σοκ του 2022. Η ανάλυση επισημαίνει ότι το φυσικό αέριο παραμένει ο αδύναμος κρίκος της ευρωπαϊκής ενεργειακής αλυσίδας. Τα σχετικά χαμηλά αποθέματα, ο έντονος ανταγωνισμός με την Ασία για φορτία LNG και η απόφαση της ΕΕ να σταματήσει τις εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου έως τον Οκτώβριο του 2027, διατηρούν υψηλές τις πιέσεις στις τιμές.
Επιτάχυνση Ενεργειακής Μετάβασης
Στην αγορά πετρελαίου, η κατάσταση είναι πιο ισορροπημένη. Η αυξημένη παγκόσμια παραγωγή το 2025 και στις αρχές του 2026, σε συνδυασμό με τη συσσώρευση αποθεμάτων και τη διεύρυνση των πηγών προμήθειας, περιόρισαν τις επιπτώσεις των πρόσφατων γεωπολιτικών γεγονότων στις ευρωπαϊκές αγορές.
Η μακροπρόθεσμη λύση, σύμφωνα με την Eurobank Research, βρίσκεται στην επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης. Παρόλο που η ΕΕ αύξησε τον δεσμευτικό στόχο για τη συμμετοχή των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) στο 42,5% έως το 2030, τα προσωρινά στοιχεία για το 2025 δείχνουν ότι το ποσοστό αυτό ανέρχεται μόλις στο 26,2%. Αυτό υποδηλώνει ότι η μετάβαση προχωρά πιο αργά από τον αρχικό σχεδιασμό.
Η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μόνο μέσω ταχύτερων επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, υποδομές αποθήκευσης, ηλεκτρικά δίκτυα και διασυνοριακές διασυνδέσεις, η Ευρώπη θα μπορέσει να μειώσει ουσιαστικά την εξάρτησή της από τα ορυκτά καύσιμα και να περιορίσει την έκθεσή της στους γεωπολιτικούς κινδύνους που συνεχίζουν να καθορίζουν τις τιμές της ενέργειας.
ΔΗΜ. ΚΥΡ.
