Ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού: Ο Αποτελεσματικός Ανταγωνισμός ως Κινητήριος Δύναμη για την Ευρωπαϊκή Ανταγωνιστικότητα

Η Ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού εκφράζει την αμέριστη στήριξή της στην πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αναθεώρηση των Κατευθυντήριων Γραμμών που διέπουν τις Συγκεντρώσεις (συγχωνεύσεις και εξαγορές). Σε ανακοίνωσή της, η Επιτροπή τονίζει εμφατικά ότι η ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα και η βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη ευδοκιμούν μέσω ενός ισχυρού και αποτελεσματικού ανταγωνισμού.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προχωρά στην επικαιροποίηση των εν λόγω Κατευθυντήριων Γραμμών, με στόχο την ενσωμάτωση της πολύτιμης εμπειρίας που έχει αποκτηθεί κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες εφαρμογής τους, καθώς και τη συμπερίληψη της σχετικής νομολογίας και των διαρκώς εξελισσόμενων σύγχρονων οικονομικών και γεωπολιτικών συνθηκών. Οι Κατευθυντήριες Γραμμές είναι καίριες, καθώς καθορίζουν τη μεθοδολογία αξιολόγησης των συγκεντρώσεων επιχειρήσεων και τα κριτήρια βάσει των οποίων εξετάζεται εάν μια συγχώνευση ή εξαγορά ενδέχεται να περιορίσει σημαντικά τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό. Η κύρια επιδίωξη είναι η προστασία των καταναλωτών και των επιχειρήσεων, παράλληλα με την ενίσχυση της διαφάνειας και της ασφάλειας δικαίου.

Η Ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού, σε συνεργασία με τις αντίστοιχες αρχές ανταγωνισμού της Αυστρίας, του Βελγίου, της Τσεχίας, της Ιρλανδίας, της Ολλανδίας και της Πορτογαλίας, δημοσίευσε κοινή δήλωση η οποία αφορά το σχέδιο των νέων Κατευθυντήριων Γραμμών της ΕΕ.

Στην εν λόγω κοινή δήλωση, υπογραμμίζεται ότι ο αποτελεσματικός ανταγωνισμός παραμένει ο θεμελιώδης στόχος του ελέγχου των συγκεντρώσεων. Αυτό συμβαίνει διότι ο αποτελεσματικός ανταγωνισμός είναι ο καταλύτης για την καινοτομία, την αύξηση της παραγωγικότητας και τη μακροπρόθεσμη ευημερία, συνεισφέροντας ταυτόχρονα στην ενδυνάμωση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας. Επιπλέον, αναγνωρίζεται ότι κατά την αξιολόγηση μιας συγκέντρωσης, είναι δυνατή η συνεκτίμηση ορισμένων παραμέτρων δημοσίου συμφέροντος. Αυτές περιλαμβάνουν την ανθεκτικότητα της οικονομίας, τη βιωσιμότητα και την περαιτέρω εμβάθυνση της ενιαίας αγοράς, εφόσον αυτές οι παράμετροι συνδέονται άμεσα με την ανταγωνιστική διαδικασία και υποστηρίζονται από αδιάσειστα αποδεικτικά στοιχεία.

Οι επτά εθνικές αρχές ανταγωνισμού επισημαίνουν, επιπλέον, ότι η εσωτερική αγορά επωφελείται από οικονομίες κλίμακας, όταν αυτές προκύπτουν μέσα από ανοικτές και ανταγωνιστικές αγορές. Τονίζουν, δε, τον εξαιρετικά κρίσιμο ρόλο που διαδραματίζουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Αυτές οι επιχειρήσεις εξαρτώνται άμεσα από συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού για να επιτύχουν την ανάπτυξή τους και να συμβάλουν ουσιαστικά στην οικονομική ισχύ της Ευρώπης.