Η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ Υπό Νέο Διοικητή: Προκλήσεις, Πιέσεις και Εσωτερικές Διαφωνίες

Σε ένα περιβάλλον γεμάτο πολιτικές πιέσεις, επίμονο πληθωρισμό και έντονες εσωτερικές διαμάχες, ο νέος επικεφαλής της Federal Reserve (Fed), Κέβιν Γουόρς, καλείται να πλοηγηθεί σε ένα εξαιρετικά σύνθετο τοπίο. Οι απαιτήσεις του Ντόναλντ Τραμπ για χαμηλότερα επιτόκια, η παρακαταθήκη του απερχόμενου προέδρου Τζερόμ Πάουελ και οι αυξανόμενοι φόβοι ότι η κεντρική τράπεζα οδεύει προς την πιο διχασμένη περίοδο των τελευταίων δεκαετιών, δημιουργούν ένα ιδιαίτερα απαιτητικό σκηνικό.

Η μετάβαση στην ηγεσία της Fed χαρακτηρίζεται ήδη από ασυνήθιστες εξελίξεις. Για πρώτη φορά από το 1948, ένας απερχόμενος πρόεδρος της κεντρικής τράπεζας θα παραμείνει ενεργό μέλος του οργανισμού μετά τη λήξη της θητείας του. Ο Τζερόμ Πάουελ επέλεξε να διατηρήσει τη θέση του ως διοικητής του συμβουλίου της Fed, μια κίνηση που ερμηνεύεται ως μια προσπάθεια να διασφαλιστεί η ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας έναντι των διαρκών πιέσεων από την κυβέρνηση Τραμπ για μειωμένα επιτόκια.

Το πολιτικό παρασκήνιο γύρω από τη Fed έχει οξυνθεί σημαντικά τους τελευταίους μήνες. Το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης είχε ξεκινήσει έρευνα για τις εργασίες ανακαίνισης στην έδρα της κεντρικής τράπεζας, μια υπόθεση που πολλοί θεώρησαν ως μέσο άσκησης πίεσης προς τον Πάουελ. Παρότι η έρευνα έχει ανασταλεί, οι αρχές έχουν αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο επανέναρξής της. Επιπροσθέτως, η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να απομακρύνει από το διοικητικό συμβούλιο τη διοικητή Λίζα Κουκ, η οποία είχε τοποθετηθεί επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν. Η υπόθεση αυτή έχει ήδη φτάσει στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ.

Η παρουσία του Πάουελ στο διοικητικό συμβούλιο περιορίζει επίσης τη δυνατότητα του Τραμπ να προχωρήσει άμεσα σε νέο διορισμό στη Fed, καθώς η θητεία του ως διοικητής λήγει μόλις το 2028. Στο επίκεντρο των προκλήσεων βρίσκεται το ζήτημα των επιτοκίων. Ο Τραμπ έχει επανειλημμένως ζητήσει δραστικές μειώσεις, ακόμη και κοντά στο 1%, με στόχο την ώθηση της οικονομικής ανάπτυξης. Ωστόσο, στην τελευταία συνεδρίαση του Απριλίου, η Fed αποφάσισε να διατηρήσει το βασικό επιτόκιο στο εύρος 3,5%-3,75%, επιμένοντας στην προσέγγιση της προσοχής απέναντι στον πληθωρισμό.

Η Fed χρησιμοποιεί τα επιτόκια ως το κύριο εργαλείο για τη διατήρηση του πληθωρισμού σε χαμηλά επίπεδα και την εξασφάλιση μιας σταθερής αγοράς εργασίας. Η ιστορία της κεντρικής τράπεζας είναι σημαδεμένη από τη δεκαετία του 1980, όταν ο τότε πρόεδρος, Πολ Βόλκερ, προχώρησε σε αύξηση των επιτοκίων σε διψήφια επίπεδα με σκοπό τον περιορισμό του ανεξέλεγκτου πληθωρισμού, γεγονός που όμως οδήγησε σε δύο υφέσεις. Ο Πάουελ βρέθηκε αντιμέτωπος με έντονο πληθωρισμό και κατά την περίοδο μετά την πανδημία Covid-19. Ενώ αρχικά υποστήριξε ότι οι αυξήσεις τιμών θα ήταν προσωρινές, η Fed τελικά αναγκάστηκε να εφαρμόσει επιθετικές αυξήσεις επιτοκίων, από σχεδόν μηδενικά επίπεδα το 2022 μέχρι το 5,5% το καλοκαίρι του 2023.

Σήμερα, οι αυξημένες τιμές ενέργειας, μετά την έναρξη της σύγκρουσης με το Ιράν, αναζωπυρώνουν τους φόβους για νέα άνοδο του πληθωρισμού. Μέσα στη Fed, υπάρχουν στελέχη που πιστεύουν ότι τυχόν πρόωρες μειώσεις επιτοκίων θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν ένα νέο κύμα ανατιμήσεων, ειδικά καθώς η αγορά εργασίας παραμένει ανθεκτική. Ο Γουόρς φαίνεται να ακολουθεί μια διαφορετική προσέγγιση. Ενώ ο Πάουελ έβλεπε ως σημείο αναφοράς την εποχή του Βόλκερ, ο νέος πρόεδρος της Fed στρέφεται περισσότερο στη δεκαετία του 1990 και την περίοδο του τεχνολογικού άλματος στις ΗΠΑ. Τότε, ο πρόεδρος της Fed, Άλαν Γκρίνσπαν, είχε αντισταθεί στις πιέσεις για αύξηση επιτοκίων, θεωρώντας ότι η επανάσταση των προσωπικών υπολογιστών οδηγούσε σε ισχυρή άνοδο της παραγωγικότητας χωρίς πληθωριστικές πιέσεις, εκτίμηση που τελικά επιβεβαιώθηκε.

Ο Γουόρς εκτιμά ότι μια αντίστοιχη παραγωγική έκρηξη μπορεί να προκύψει σήμερα μέσω της τεχνητής νοημοσύνης. Αν αυτή η πρόβλεψη επιβεβαιωθεί, θα μπορούσε να επιτρέψει στη Fed να μειώσει τα επιτόκια χωρίς να αναζωπυρωθεί ο πληθωρισμός. Πέρα από τα επιτόκια, ο νέος πρόεδρος καλείται να διαχειριστεί και τον υπερβολικά διογκωμένο ισολογισμό της Fed, ο οποίος πλέον ξεπερνά τα 6 τρισ. δολάρια. Η κεντρική τράπεζα είχε αυξήσει δραματικά τις αγορές ομολόγων και στεγαστικών τίτλων τόσο μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, όσο και κατά τη διάρκεια της πανδημίας, στο πλαίσιο της πολιτικής ποσοτικής χαλάρωσης.

Ο ίδιος ο Γουόρς είχε αρχικά υποστηρίξει αυτές τις παρεμβάσεις όταν ήταν διοικητής της Fed, όμως αργότερα αποστασιοποιήθηκε, υποστηρίζοντας ότι η κεντρική τράπεζα αλλοίωνε τη λειτουργία των αγορών. Το 2011, παραιτήθηκε εκφράζοντας ανοιχτά τη διαφωνία του. Σήμερα, η μείωση του τεράστιου ισολογισμού αποτελεί μία από τις βασικές του προτεραιότητες, αν και εντός της Fed δεν υπάρχει κοινή ομοφωνία για τον τρόπο και την ταχύτητα που θα πρέπει να γίνει.

Ταυτόχρονα, ο Γουόρς αναλαμβάνει σε μια περίοδο έντονων εσωτερικών τριβών. Ο ίδιος έχει δηλώσει ότι προτιμά «πιο χαοτικές συνεδριάσεις» και μια «καλή οικογενειακή σύγκρουση» στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Και όλα δείχνουν ότι θα την αντιμετωπίσει. Στην τελευταία συνεδρίαση υπό την προεδρία του Πάουελ, καταγράφηκαν τέσσερις διαφωνίες μεταξύ των μελών της Fed, ο μεγαλύτερος αριθμός από το 1992. Τρεις περιφερειακοί πρόεδροι στήριξαν τη διατήρηση των επιτοκίων, αλλά διαφώνησαν ως προς το μήνυμα για τις μελλοντικές κινήσεις, ενώ ο διοικητής Στίβεν Μίραν, ο οποίος είχε διοριστεί από τον Τραμπ, ψήφισε υπέρ άμεσης μείωσης των επιτοκίων.

Η δημόσια έκθεση αυτών των διαφωνιών προκαλεί ανησυχία στις αγορές, καθώς ενισχύει την εικόνα μιας κεντρικής τράπεζας χωρίς σαφή και ενιαία κατεύθυνση. Σε αυτό το ήδη σύνθετο σκηνικό, η παραμονή του Πάουελ στο συμβούλιο λειτουργεί ως ακόμη ένας αστάθμητος παράγοντας. Ο πρώην πρόεδρος έχει δηλώσει ότι δεν σκοπεύει να υπονομεύσει τον διάδοχό του, ωστόσο η επιρροή του στο εσωτερικό της Fed θεωρείται δεδομένη, ιδιαίτερα εάν οι εσωτερικές συγκρούσεις συνεχιστούν και οι ψηφοφορίες εξελιχθούν σε οριακές αναμετρήσεις.