Ο αριθμός των υπερχρεωμένων πολιτών που αδυνατούν να εξασφαλίσουν λύση μέσω του Εξωδικαστικού Μηχανισμού είναι ανησυχητικά υψηλός, καθώς οι αιτήσεις τους απορρίπτονται από τους χρηματοδοτικούς φορείς, κυρίως τους servicers. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι απορριφθείσες αιτήσεις ρύθμισης αφορούν χρέη που ξεπερνούν τα 22 δισ. ευρώ, ένα ποσό που υπερβαίνει το σύνολο των χρεών που έχουν ρυθμιστεί επιτυχώς μέχρι σήμερα μέσω του Εξωδικαστικού (21,2 δισ. ευρώ).
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Ιδιωτικού Χρέους (Σεπτέμβριος 2026), το συνολικό ύψος των οφειλών που απορρίφθηκαν από τους πιστωτές ανέρχεται σε περίπου 22,2 δισ. ευρώ. Η λεπτομερής ανάλυση των απορρίψεων αποκαλύπτει τις αδυναμίες του συστήματος, οι οποίες εμποδίζουν την ταχεία ρύθμιση των χρεών.
Το «αγκάθι» της οικονομικής δυνατότητας
Η κύρια αιτία απόρριψης των αιτήσεων είναι η περιορισμένη οικονομική δυνατότητα των ίδιων των δανειοληπτών. Ένα ποσοστό 30% των συνολικών οφειλών, που αντιστοιχεί σε 6,8 δισ. ευρώ, δεν κατέστη δυνατό να ρυθμιστεί, με τους χρηματοδοτικούς φορείς να επικαλούνται την «ανεπαρκή οικονομική δυνατότητα εξυπηρέτησης της ρύθμισης».
Γιατί όμως συμβαίνει αυτό σε τόσο μεγάλη κλίμακα; Η εξήγηση βρίσκεται στον ίδιο τον πυρήνα της διαδικασίας: Ο αλγόριθμος του Εξωδικαστικού Μηχανισμού, σε πολλές περιπτώσεις, πρότεινε ρυθμίσεις και μηνιαίες δόσεις που υπερέβαιναν τις πραγματικές οικονομικές δυνατότητες των οφειλετών. Όταν οι servicers αξιολογούν τα αποτελέσματα της πλατφόρμας, διαπιστώνουν ότι οι δανειολήπτες δεν διαθέτουν το απαιτούμενο εισόδημα για να ανταποκριθούν στη δόση που προτείνεται. Ως αποτέλεσμα, απορρίπτουν την αίτηση, προβλέποντας την άμεση κατάρρευση της ρύθμισης.
Αυτό το δομικό πρόβλημα, όπου η αυτοματοποιημένη λύση αποδεικνύεται μη βιώσιμη, έχει οδηγήσει σε παρεμβάσεις από την κυβέρνηση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πρόσφατη ρύθμιση για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας από τα περιουσιακά στοιχεία προς ρευστοποίηση, η οποία αλλάζει τα δεδομένα για τον αλγόριθμο ικανότητας αποπληρωμής. Επιπλέον, εξαγγέλθηκε η μείωση της προκαταβολής στο 15%, με στόχο τη μείωση του αρχικού βάρους για τους ευάλωτους δανειολήπτες και την αποτροπή μαζικών απορρίψεων.
Οι υπόλοιπες αιτίες απόρριψης
Πέρα από την οικονομική αδυναμία, ο χάρτης των απορρίψεων συμπληρώνεται από μια σειρά άλλων παραγόντων που κρατούν τους οφειλέτες σε δύσκολη θέση:
- Το «μαύρο κουτί» της έλλειψης αιτιολογίας: Ένα σημαντικό ποσοστό της τάξης του 24,1% (χρέη ύψους 5,5 δισ. ευρώ) απορρίφθηκε από τους servicers χωρίς να δηλωθεί συγκεκριμένη αιτιολογία στο σύστημα.
- Οι αόριστες απορρίψεις: Επιπλέον 10% των συνολικών οφειλών (2,29 δισ. ευρώ) απορρίφθηκαν με τη γενικόλογη αναφορά «Άλλο». Συνολικά, για χρέη ύψους 7,8 δισ. ευρώ, οι χρηματοδοτικοί φορείς απέρριψαν τις αιτήσεις ρύθμισης χωρίς να παράσχουν συγκεκριμένη αιτιολογία.
- Η ακαταλληλότητα του εργαλείου: Για το 6,7% των οφειλών (6,72% ή 1,53 δισ. ευρώ) δεν έγινε ρύθμιση, καθώς ο εξωδικαστικός μηχανισμός κρίθηκε ως μη κατάλληλο εργαλείο για τη συγκεκριμένη οφειλή «λόγω ύψους ή φύσης αυτής». Αυτό αφορά κυρίως περίπλοκα εταιρικά δάνεια που απαιτούν εξατομικευμένη λύση.
- Το παρελθόν του οφειλέτη: Το «αμαρτωλό» παρελθόν του οφειλέτη λειτουργεί αποτρεπτικά. 1,54 δισ. ευρώ (6,77%) απορρίπτονται λόγω «ιστορικού αντισυναλλακτικής συμπεριφοράς», ενώ επιπλέον 1,01 δισ. ευρώ (4,45%) μένουν εκτός λόγω «αθέτησης ρυθμίσεων που είχαν συμφωνηθεί στο παρελθόν».
