Καθώς ο Αύγουστος αφήνει πίσω του τα σημάδια του, η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα διαχρονικό σενάριο: την κάλυψη τεράστιων ποσών για αμυντικούς εξοπλισμούς, συχνά χωρίς τις απαιτούμενες διαγωνιστικές διαδικασίες. Σε μία περίοδο όπου η προσοχή της κοινής γνώμης είναι αποπροσανατολισμένη, οι κυβερνήσεις φαίνεται να εκμεταλλεύονται την κατάσταση για να διευθετήσουν εκκρεμότητες που, σε άλλες συνθήκες, θα προκαλούσαν έντονες αντιδράσεις.
Το newsletter του webreporter καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ.
Στο παρελθόν, η Νέα Δημοκρατία, ως αντιπολίτευση, είχε υιοθετήσει μία στάση επικεντρωμένη στην κριτική των αμυντικών προμηθειών, ιδιαίτερα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Με την «Επιτροπή Άμυνας» σε αυξημένη ετοιμότητα, η ΝΔ παρακολουθούσε στενά τις εξελίξεις στα Επιτελεία, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας και το Μέγαρο Μαξίμου, προσπαθώντας να εντοπίσει τις ροές των χρημάτων. Η αντίθεση είναι εμφανής: εάν κάποιος Πρωθυπουργός, όπως ο Γ. Α. Παπανδρέου, ο Γ. Ανδρουλάκης ή ο Α. Τσίπρας, είχε προχωρήσει σε απευθείας αναθέσεις ύψους 5 δισεκατομμυρίων για εξοπλισμούς, όπως ο Κυριάκος Μητσοτάκης έκανε αδιαμαρτύρητα με τα Rafale και τις Belharra, η αντίδραση θα ήταν σφοδρή.
Αντιθέτως, αυτή τη στιγμή, κόμματα της αντιπολίτευσης, και ιδιαιτέρως από το ευρύτερο προοδευτικό φάσμα, επιδεικνύουν μία αξιοσημείωτη σιωπή. Οι αμυντικές αγορές αντιμετωπίζονται ως «ιερή αγελάδα», με τον φόβο ότι οποιαδήποτε κριτική μπορεί να εκληφθεί ως έλλειψη εθνικού φρονήματος, οδηγώντας σε εκλογική τιμωρία.
Αυτή η στρατηγική, ωστόσο, φαίνεται να παγιδεύει την αντιπολίτευση. Αν και οι πολίτες επιζητούν ασφάλεια και ενδιαφέρονται για την άμυνα της χώρας, δεν παρέχουν «λευκή επιταγή» σε καμία κυβέρνηση για αυθαίρετες αγορές, παρακάμπτοντας θεσμικές διαδικασίες, αγνοώντας το κόστος και παραβλέποντας την ανάγκη για συμπαραγωγή με την εγχώρια αμυντική βιομηχανία — μία κρίσιμη παράμετρος, όπως καταδεικνύουν οι πρόσφατες συγκρούσεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή.
Οι Ευθύνες της Αντιπολίτευσης
Το γεγονός ότι εγχώριες αμυντικές βιομηχανίες αποκλείστηκαν από τις πρόσφατες αγορές μαχητικών Rafale και φρεγατών Belharra, δεν αποτελεί ευθύνη μόνο της κυβέρνησης. Η αντιπολίτευση, κατά την περίοδο 2022-2023, όπου οι συμβάσεις διαμορφώνονταν, επέλεξε τη σιωπή.
Εάν η αξιωματική αντιπολίτευση είχε απαιτήσει τη διεξαγωγή διεθνούς διαγωνισμού και τη συμμετοχή των ελληνικών βιομηχανιών με προγράμματα συμπαραγωγής, η χώρα θα είχε εξοικονομήσει εκατοντάδες εκατομμύρια και, κυρίως, θα είχε ενισχύσει την εγχώρια αμυντική βιομηχανία. Η αποφυγή αυτής της πίεσης, από φόβο μην κατηγορηθεί για μειωμένο πατριωτισμό, οδήγησε στην αποδοχή του αφηγήματος ότι οποιαδήποτε αντίθεση στις αγορές Rafale θα είχε εκλογικές συνέπειες. Τελικά, ωφελήθηκαν οι γαλλικές κατασκευάστριες εταιρείες και οι αφανείς μεσάζοντες, ενώ οι Έλληνες πολίτες επωμίστηκαν ένα δυσβάστακτο κόστος, πιεζόμενοι από την επικοινωνιακή προπαγάνδα.
Η είσοδος των Rafale στη ζωή των Ελλήνων έγινε το 2022, αφού η συμφωνία μεταξύ Μητσοτάκη-Μακρόν είχε ήδη ολοκληρωθεί, ενώ προηγουμένως η Πολεμική Αεροπορία τα θεωρούσε αναποτελεσματικά. Εάν η αντιπολίτευση, το 2022, είχε υπερβεί τους φόβους της και είχε εξηγήσει στον ελληνικό λαό: «Ναι στα Rafale και τις Belharra, αλλά όχι μέσω fast track διαδικασιών, αλλά ακολουθώντας τον νόμιμο και κανονιστικό τρόπο», είναι βέβαιο ότι η πλειοψηφία των πολιτών θα είχε υιοθετήσει αυτή την πρόταση.
Κερδισμένοι και Χαμένοι
Η επικοινωνιακή εκστρατεία υπέρ των γαλλικών αγορών κατευθύνθηκε από τις ίδιες εταιρείες που φόβιζαν την αντιπολίτευση, ωθώντας την στην αδράνεια, με την υπόσχεση της εκλογικής επιβράβευσης. Τελικά, η αντιπολίτευση παρέμεινε αδρανής το 2022 και δεν βρήκε την ψήφο της το 2023. Κέρδισε ο Μητσοτάκης με σαρωτική εκλογική νίκη, κέρδισαν οι εταιρείες επικοινωνίας, οι οποίες πληρώθηκαν διπλά από τους Γάλλους κατασκευαστές και τα κυβερνητικά «πλυντήρια».
Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτές οι εταιρείες επικοινωνίας είχαν προηγουμένως προωθήσει αμερικανικά F-16 & F-35, ή γερμανικά Eurofighter, διαπραγματευόμενες συμφέροντα.
Ένας Αποφασίζει για Όλα
Αφού το 2022 η αγορά των Rafale και των Belharra πέρασε χωρίς κανένα εμπόδιο, η πρακτική της απευθείας ανάθεσης, χωρίς διαγωνιστική διαδικασία, καθιερώθηκε ως θεσμός. Ουσιαστικά, ο Πρωθυπουργός είναι εκείνος που «αποφασίζει και διατάζει» για την αγορά κάθε μείζονος εξοπλιστικού προγράμματος, επιλέγοντάς το προσωπικά, παρακάμπτοντας τα στάδια που προβλέπει η ισχύουσα νομοθεσία.
Η Γκρίνια των Ξένων
Το ΚΥΣΕΑ έδωσε «πράσινο φως» για την αγορά δέκα μείζονων οπλικών συστημάτων, χωρίς σε κανένα από αυτά να τηρηθεί η διαδικασία διεθνούς διαγωνισμού. Ενώ στο εσωτερικό επικρατεί εφησυχασμός, στο εξωτερικό αμυντικοί κολοσσοί, που διεκδικούν μερίδιο από τις ελληνικές προμήθειες, εκφράζουν τη δυσαρέσκειά τους, ζητώντας την παρέμβαση των κυβερνήσεών τους για να διασφαλιστεί η τήρηση των διεθνών κανόνων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η διαμαρτυρία της Αμερικανικής πρεσβείας πριν ένα χρόνο σχετικά με την επιλογή μεταγωγικών αεροσκαφών. Η συζήτηση στο ΓΕΑ ξεκίνησε αφού η επιλογή του Embraer είχε ήδη γίνει στο Μέγαρο Μαξίμου, οδηγώντας τους Αμερικανούς να κατηγορήσουν την κυβέρνηση για «στημένη» δουλειά. Η παρέμβαση της Β. Σοφίας καθυστέρησε την υπογραφή της σύμβασης για ένα χρόνο, κατά τη διάρκεια του οποίου το ΓΕΑ «κλωθογύριζε» το πρόγραμμα.
Για τον Φόβο των Ιουδαίων και των Αμερικάνων
Επιτελείς της Αεροπορίας διεξήγαγαν επιφανειακές επαφές με εκπροσώπους αμερικανικών και ευρωπαϊκών εταιρειών, γνωρίζοντας από την αρχή ότι η υπόθεση ήταν κλεισμένη, όπως επιβεβαιώθηκε από την απόφαση του ΚΥΣΕΑ. Παράλληλα, οι παρουσιάσεις για τη συμμετοχή της χώρας στο μελλοντικό ευρωπαϊκό πρόγραμμα μεταφορικών αεροσκαφών αγνοήθηκαν. Το ΓΕΑ δεν αξιολόγησε τις ευρωπαϊκές προτάσεις, ούτε συνυπολόγισε το μακροπρόθεσμο εθνικό κέρδος από τη συμμετοχή στο πρόγραμμα ανάπτυξης του ευρωπαϊκού μεταφορικού αεροσκάφους.
Στις 7 Ιουλίου, ο ΓΓ του ΝΑΤΟ ανακοίνωσε τη δημιουργία μιας κοινής πολυεθνικής δύναμης στρατηγικών μεταφορών με αεροσκάφη Airbus A400M, ακολουθώντας το μοντέλο των ιπτάμενων τάνκερ A330 MRTT. Πρόκειται για μία πρωτοβουλία «Made in NATO», βασισμένη σε κοινή χρηματοδότηση, χρήση και επιχειρησιακή αξιοποίηση. Πού βρίσκεται η Ελλάδα σε αυτή την πρωτοβουλία;
Για ένα χρόνο, το ενδιαφέρον της Αθήνας επικεντρώθηκε στην απόκτηση τριών μεταφορικών αεροσκαφών C-390 Millennium (βραζιλιάνικα Embraer) μέσω διακρατικής συμφωνίας με την Πορτογαλία.
Στην Μπίζνα των 600 Εκατομμυρίων
Η έλλειψη ενός αξιόμαχου στόλου μεταφορικών αεροσκαφών επηρεάζει όχι μόνο την επιχειρησιακή ικανότητα της χώρας, αλλά και τις διπλωματικές της κινήσεις. Παραδείγματα όπως η αδυναμία αποστολής βοήθειας στην Αϊτή ή στη Βενεζουέλα, όπου χιλιάδες Έλληνες έχουν πληγεί από φυσικές καταστροφές, αναδεικνύουν την κρισιμότητα του ζητήματος.
Αυτά τα προβλήματα, ωστόσο, φαίνεται να μένουν αδιάφορα για όσους κυβερνούν τη σύγχρονη Ελλάδα.
