Μαργαρίτα Παπανδρέου: Η δύναμη μιας γυναίκας που άλλαξε την Ελλάδα, από την Αμερική στην πρωτοπορία του φεμινισμού

Σε μια Ελλάδα που ακόμη καθόριζε τη θέση της γυναίκας με την προίκα και την έγκλειστη στην οικιακή σφαίρα, έφτασε από το Σικάγο η Μάργκαρετ. Μια γυναίκα σφυρηλατημένη από τον πόλεμο, με πείρα στην εργασία και το βλέμμα στραμμένο στην ιστορία. Όταν ο Γεώργιος Παπανδρέου της ζήτησε το 1960 να υιοθετήσει ένα ελληνικό όνομα, η Μαργαρίτα, ήξερε ότι η πορεία του Ανδρέα στην πολιτική σκηνή της Αθήνας ήταν προδιαγεγραμμένη. Το ίδιο, όμως, και η δική της πορεία, ως η φωνή που θα αφυπνίσει τις Ελληνίδες.

Η πορεία της δεν ήταν εύκολη. Μέσα στα σαλόνια της εξουσίας, όπου οι άνδρες καθόριζαν μοίρες, η Μαργαρίτα Παπανδρέου αντίκριζε καθημερινά τη μισή Ελλάδα να ζει στη σκιά. Η ίδρυση της Ένωσης Γυναικών Ελλάδας (ΕΓΕ) το 1975, προκάλεσε ειρωνικά χαμόγελα ακόμη και εντός του ΠΑΣΟΚ. Την κατηγόρησαν ως «Αμερικάνα», τη χλεύασαν, θεωρώντας τη δράση της υπερβολική «φασαρία» των «τρελών της Αλλαγής».

► Όταν ο Ανδρέας συνάντησε τη Μαργαρίτα: Ο έρωτας, η πολιτική, το ΠΑΣΟΚ και το φεμινιστικό κίνημα

Η μεγαλύτερη επιτυχία της ήταν ότι κατάφερε να «επιβάλει» την ατζέντα της στον ίδιο τον Ανδρέα Παπανδρέου, χρησιμοποιώντας τον ως τελική ασπίδα απέναντι στους συντηρητικούς του κόμματος. Ήξερε πώς να του εξηγήσει ότι η «Αλλαγή» χωρίς τις γυναίκες θα ήταν μια μισή, μια ανάπηρη μεταρρύθμιση. Ακόμη και το 1985, όταν χρειάστηκε να συγκρουστεί με το βαθύ θρησκευτικό κατεστημένο για τη νομιμοποίηση των αμβλώσεων, η Μαργαρίτα λειτούργησε ως πολιορκητικός κριός. Παρέκαμψε τους φοβικούς κομματικούς μηχανισμούς, προσέγγισε η ίδια τον Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ και «καθάρισε» τη μάχη, αφήνοντας τους εμβρόντητους υπουργούς να τρέχουν πίσω από τις εξελίξεις. Δεν υπήρξε ποτέ διακοσμητική.

Η Μαργαρίτα Παπανδρέου ήταν αυτή που τα έκανε όλα αυτά. Έφυγε σε ηλικία 103 ετών, αφήνοντας μια σπουδαία παρακαταθήκη αγώνων για τα δικαιώματα των γυναικών. Μια πολιτική προσωπικότητα που χρησιμοποίησε τη θέση της όχι για να απολαύσει τα προνόμια της εξουσίας, αλλά για να εκβιάσει την πρόοδο από ένα πολιτικό σύστημα που, αν το άφηνες μόνο του, θα προτιμούσε να παραμείνει αδρανές.