Κάθε πρωί, λίγο μετά τις 7, ο Χρήστος Βάνας ανεβάζει τα ρολά στη «Μουριά», ένα από τα πρώτα καταστήματα που ζωντανεύουν στο πεζοδρόμιο των Εξαρχείων. Ο ήχος από τις καρέκλες και τα τραπέζια που τοποθετούνται έξω προαναγγέλλει την έναρξη της ημέρας. Ακολουθεί ο έλεγχος των προμηθειών, με στόχο να διασφαλιστεί ότι οι μεζέδες για τη μεσημεριανή μπύρα και τη σιέστα των θαμώνων θα είναι επαρκείς. Παράλληλα, παραλαμβάνει τις εφημερίδες για το απέναντι ψιλικατζίδικο και ετοιμάζεται να σερβίρει τον πρώτο ελληνικό καφέ στους πρωινούς πελάτες, με τη φλόγα να ανεβαίνει στο μπρίκι.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Η ρουτίνα αυτή, που ο Χρήστος Βάνας ακολουθεί με συνέπεια από το 1982, είναι η απόδειξη της αφοσίωσής του. «Μόνος μου επέλεξα να έρθω, μου άρεσε αυτή η δουλειά», δηλώνει στο Orange Press Agency, μιλώντας για το παραδοσιακό καφενείο στα Άνω Εξάρχεια, στέκι για όσους αναζητούν μια ανάσα στην καθημερινότητα. Ενώ ο ίδιος μετρά σχεδόν μισό αιώνα προσφοράς, η «Μουριά» έχει ιστορία που ξεκινά από το 1915, μόλις εννέα χρόνια μετά την πολεοδομική ένταξη της Καλλιδρομίου (1906), όπου και βρίσκεται, μαζί με τη Χαριλάου Τρικούπη. Η ηλικία του καφενείου ξεπερνά και αυτήν της γνωστής λαϊκής αγοράς της γειτονιάς, που μεταφέρθηκε εκεί το 1949. Μέσα από τις τζαμαρίες του, οι πελάτες παρατηρούν την εξέλιξη της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, με τα αποσπάσματά της να ζωντανεύουν στις αφηγήσεις των μεγαλύτερων.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Από καφενείο σε φαρμακείο: Ο κίνδυνος της εξαφάνισης
Ο Χρήστος Βάνας είναι ο 7ος κατά σειρά ιδιοκτήτης της «Μουριάς», όμως υπάρχει έντονη ανησυχία ότι μπορεί να είναι και ο τελευταίος. Οι αναμνήσεις που ανασύρονται έχουν σκοπό να υπενθυμίσουν και να προειδοποιήσουν: ένα από τα σημαντικότερα σημεία των Εξαρχείων και του κέντρου της Αθήνας κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα απρόσωπο σταυροδρόμι. Η «Μουριά» απειλείται, καθώς ο ιδιοκτήτης του ακινήτου επιθυμεί τη μετατροπή του χώρου σε φαρμακείο. Με ήδη δύο φαρμακεία στην Καλλιδρομίου και περισσότερα στη Χαριλάου Τρικούπη, οι θαμώνες τονίζουν την ανάγκη της γειτονιάς για κάτι μοναδικό: ένα σημείο συνάντησης, έναν χώρο που διατηρεί τη σύνδεση με διαφορετικές εποχές και γενιές.
Χιλιάδες υπογραφές, ένα κοινό αίτημα
«Έχω ζήσει πολύ ωραίες αναμνήσεις και τώρα προσπαθώ επειδή το αγαπώ αυτό το καφενείο να κατοχυρωθεί ως διατηρητέο. Είναι η ζωή μου», δηλώνει ο Χρ. Βάνας, με τις φωτογραφίες από παλιά μαζέματα στη «Μουριά» να κοσμούν τους τοίχους. Ανάμεσά τους, ένα σκίτσο του Στάθη, που απεικονίζει μια μουριά και έναν άνθρωπο να προτείνει «Κανείς μόνος του», μοιάζει προφητικό. Αυτή η έκκληση έγινε πραγματικότητα, καθώς σχεδόν 7.500 άνθρωποι έχουν υπογράψει το αίτημα για τη διατήρηση του καφενείου ως κομμάτι της ταυτότητας της πόλης. Το αίτημα, που υποστηρίζεται από γραπτές και ηλεκτρονικές υπογραφές, ζητά την κήρυξη του χώρου του παραδοσιακού καφενείου ως νεότερο μνημείο σύγχρονης πολιτιστικής κληρονομιάς από την Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού, αποτρέποντας την αλλαγή χρήσης.
Ένα καφενείο κόντρα στην εποχή
Η είδηση της πιθανής μετατροπής του χώρου έπεσε σαν κεραυνός στους θαμώνες. Η Ερατώ Αγγουράκη, που έμαθε για τη «Μουριά» από τους γονείς της, θυμάται τις ώρες που περνούσε εκεί ως παιδί και τώρα συνεχίζει με τη δική της παρέα. «Εκείνο που κάνει διαφορετική τη «Μουριά» είναι ότι παραμένει ανθεκτική στην πίεση της εποχής για μαζική διασκέδαση», τονίζει. «Νομίζω ότι είναι σημαντικό να μείνει η Μουριά ανοιχτή γιατί δεν είναι δήθεν. Και είναι αναλλοίωτη μέσα στα χρόνια και όσες μόδες και αν περάσουν, αυτό το μαγαζί παραμένει ίδιο εδώ και πάρα πολλά χρόνια», λέει. Η καθημερινότητα στη «Μουριά» προσφέρει μια ανάσα από την αποξένωση της σύγχρονης πόλης: «Πάντα θα βρεις εδώ κάποιον που θα τον ξέρεις, πάντα εδώ θα αισθανθείς άνετα».
Ο Θανάσης Ασημακόπουλος, γέννημα θρέμμα Εξαρχειώτης και γιος της οικογένειας που διατηρεί το γνωστό ζαχαροπλαστείο στη Χ. Τρικούπη (που άνοιξε την ίδια χρονιά με τη «Μουριά», το 1915), μεταφέρει εικόνες από άλλη εποχή. Θυμάται τις προεκλογικές εκδηλώσεις της ΕΔΑ τη δεκαετία του ’60, που απαιτούσαν τον αποκλεισμό ολόκληρου του τετραγώνου. Για εκείνον, η σημερινή κατάσταση οφείλεται στην αδιαφορία της Πολιτείας: «Σε όλα τα μέρη του κόσμου, όλα τα παραδοσιακά μαγαζιά τα προστατεύει το κράτος […] Εδώ δυστυχώς ένα-ένα τα κλείνουμε».
Μια κοινότητα που δεν αντικαθίσταται
Ιδιαίτερη θέση στην καρδιά των θαμώνων κατέχουν ο κ. Κώστας και η σκυλίτσα του, η Ζέλντα. Η σύνδεση είναι τόσο ισχυρή, που στον τοίχο υπάρχει κάδρο με τη φωτογραφία της Ζέλντα και καρέκλα με το δικό της όνομα. Ο κ. Κώστας δεν θέλει καν να σκέφτεται το λουκέτο: «Σκέφτομαι και λέω, όλος αυτός ο κόσμος που θα μαζεύεται… Είναι ιδιαίτερη η πελατεία της Μουριάς, δεν είναι πελατεία που μπορεί να πάει εύκολα στα άλλα μπαράκια», παρατηρεί. Για τους μεγαλύτερους, η «Μουριά» προσφέρει μια λύση, ειδικά τις μεσημεριανές ώρες που τα περισσότερα μαγαζιά είναι κλειστά. Η απώλειά της, όμως, θα ήταν σημαντική και για τους νεότερους, πιστεύει η Ερατώ: «Δεν ξέρω τι να πω, δεν θέλω καθόλου να κλείσει, καθόλου», καταλήγει με βαριαστεναγμό.
«Ας το έχει οποιοσδήποτε το μαγαζί. Εμένα αυτό που μ’ ενδιαφέρει είναι να μείνει καφενείο», συμπληρώνει με αποφασιστικότητα ο Χρήστος Βάνας. Διότι η «Μουριά» είναι η ζωή του, αλλά και η ζωή πολλών ακόμα. Όπως άλλωστε αναφέρεται στο ψήφισμα: «Η Μουριά είναι καφενείο. Η Μουριά είναι και ιατρείο και δικηγορικό γραφείο, αμφιθέατρο και νηπιαγωγείο. Είναι τα γράμματα και οι τέχνες μας. Η Μουριά που αφήνετε τα κλειδιά, η γειτονιά. Είναι η πρώτη καλημέρα».
