Η νέα μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), με τίτλο «Οι πολλαπλές πτυχές της ανισότητας στην Ελλάδα», αναδεικνύει μία σημαντική αντίφαση: παρότι οι στατιστικοί δείκτες δείχνουν μείωση των ανισοτήτων στη χώρα τα τελευταία χρόνια, η υποκειμενική εμπειρία των νοικοκυριών είναι συχνά αυτή της επιδείνωσης. Ειδικότερα, η έρευνα καταλήγει πως περίπου το 68% των νοικοκυριών δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα.
Η παρουσίαση των βασικών ευρημάτων της μελέτης έγινε σε ειδική εκδήλωση από τον κ. Αντώνη Μαυρόπουλο, Ανώτερο Ερευνητή του ΙΟΒΕ. Στην ίδια εκδήλωση, ο κ. Jonathan Cribb, Deputy Director του Institute for Fiscal Studies (IFS) του Λονδίνου, ανέπτυξε τις τάσεις ανισοτήτων στην Ευρώπη.
Το κεντρικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι, παρά τη σημαντική πρόοδο σε βασικούς δείκτες ανισότητας την τελευταία δεκαετία, η καθημερινή πραγματικότητα για πολλούς Έλληνες εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από οικονομική ανασφάλεια, περιορισμένες ευκαιρίες και δυσκολίες πρόσβασης σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες.
Παρόλο που η εισοδηματική ανισότητα έχει υποχωρήσει σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης, η απασχόληση έχει ενισχυθεί και η οικονομία έχει ανακάμψει, πολλοί πολίτες αισθάνονται ότι η ανισότητα παραμένει έντονη και δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να καλύψουν τις ανάγκες τους. Αυτή η σύνθετη εικόνα υπογραμμίζει ότι η ανισότητα δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά μέσω της κατανομής του εισοδήματος.
Παράγοντες όπως η ποιότητα της εργασίας, η πρόσβαση σε ποιοτική εκπαίδευση, οι ανισότητες στον τομέα της υγείας, η επάρκεια των υπηρεσιών μακροχρόνιας φροντίδας και η αυξανόμενη πίεση από το κόστος στέγασης, επηρεάζουν καθοριστικά το πραγματικό επίπεδο ευημερίας και τις δυνατότητες κοινωνικής κινητικότητας.
Η μελέτη, που καλύπτει την περίοδο 2015-2025, εξετάζει την εξέλιξη των ανισοτήτων σε έξι αλληλένδετες διαστάσεις: εισόδημα, αγορά εργασίας, εκπαίδευση, υγεία, μακροχρόνια φροντίδα και στέγαση. Αναδεικνύει τόσο περιοχές προόδου όσο και δομικές αδυναμίες που περιορίζουν τις ευκαιρίες για μεγάλο μέρος του πληθυσμού.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η Ελλάδα παρουσιάζει μείωση των ανισοτήτων σε σχέση με την περίοδο της κρίσης, αλλά δεν έχει ακόμη γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ των θετικών μακροοικονομικών και στατιστικών εξελίξεων και της καθημερινής εμπειρίας των πολιτών. Αυτό εξηγεί γιατί η αίσθηση ανισότητας παραμένει ισχυρή, ακόμη και σε περίοδο βελτίωσης πολλών δεικτών. Υπογραμμίζεται, έτσι, η ανάγκη για πολιτικές που θα ενισχύσουν όχι μόνο τα εισοδήματα, αλλά και την ισότητα πρόσβασης σε ευκαιρίες και βασικές υπηρεσίες.
Τα Βασικά Ευρήματα της Μελέτης ανά Τομέα:
Εισοδηματική Ανισότητα
Η εικόνα της εισοδηματικής ανισότητας στην Ελλάδα είναι αντικρουόμενη. Ενώ οι βασικοί δείκτες παρουσιάζουν βελτίωση μετά την κρίση, με τη μείωση της εισοδηματικής ανισότητας και την αύξηση της απασχόλησης, η καθημερινή εμπειρία πολλών νοικοκυριών παραμένει αρνητική. Η πλειονότητα των πολιτών δηλώνει δυσκολία κάλυψης βασικών αναγκών και έντονη αίσθηση άνισης μεταχείρισης και περιορισμένων ευκαιριών. Η μείωση της ανισότητας στους στατιστικούς δείκτες δεν μεταφράζεται αυτόματα σε αντίστοιχη βελτίωση της οικονομικής ασφάλειας για όλους.
- Ο δείκτης Gini μειώθηκε από 34,2% το 2015 σε 31,6% το 2025.
- Περίπου 68% των νοικοκυριών δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα, έναντι 19% στην ΕΕ.
- Το εισόδημα από αυτοαπασχόληση εμφανίζει τη μεγαλύτερη ανισότητα μεταξύ όλων των πηγών εισοδήματος.
- Οι νέοι 16-24 ετών παραμένουν η ηλικιακή ομάδα με τον υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας.
- Τα μονογονεϊκά νοικοκυριά και οι οικογένειες με πολλά παιδιά συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο οικονομικής ευαλωτότητας.
Αγορά Εργασίας
Η αγορά εργασίας έχει συμβάλει στη βελτίωση των οικονομικών συνθηκών, με σημαντική μείωση της ανεργίας και αύξηση της απασχόλησης. Ωστόσο, διαρθρωτικά χαρακτηριστικά όπως η υψηλή αυτοαπασχόληση, η χαμηλή συμμετοχή συγκεκριμένων ομάδων (ιδιαίτερα γυναικών και ΑμεΑ), η επίμονη μακροχρόνια ανεργία και η περιορισμένη κάλυψη από συλλογικές συμβάσεις, συνεχίζουν να τροφοδοτούν ανισότητες και να περιορίζουν την κοινωνική κινητικότητα.
- Η ανεργία μειώθηκε από 24,9% το 2015 σε 8,8% το 2025.
- Οι αυτοαπασχολούμενοι αποτελούν το 24,3% του συνόλου των εργαζομένων, το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ.
- Το κενό συμμόρφωσης ΦΠΑ μειώθηκε από 24% το 2019 σε 11% το 2023, αλλά η παραοικονομία παραμένει υψηλή.
- Η Ελλάδα καταγράφει το τρίτο χαμηλότερο ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας στην ΕΕ.
- Πάνω από το 50% των ανέργων παραμένει σε κατάσταση μακροχρόνιας ανεργίας.
Εκπαίδευση
Η εκπαίδευση είναι ο σημαντικότερος μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας. Παρότι αυξήθηκαν οι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, οι πιθανότητες εκπαιδευτικής ανέλιξης εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο. Η εξάρτηση από την παραπαιδεία και οι δυσκολίες ολοκλήρωσης σπουδών περιορίζουν τον εξισωτικό ρόλο του εκπαιδευτικού συστήματος.
- Το ποσοστό των ενηλίκων με ανώτατη εκπαίδευση αυξήθηκε από 26,5% σε 32,6%.
- Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τη χαμηλότερη διαγενεακή εκπαιδευτική κινητικότητα στην Ευρώπη.
- Μόνο περίπου 12% των παιδιών από χαμηλά εκπαιδευτικά στρώματα φτάνουν στα υψηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης.
- Περισσότεροι από τους μισούς φοιτητές υπερβαίνουν την προβλεπόμενη διάρκεια σπουδών.
- Η παραπαιδεία παραμένει βασικό εργαλείο προετοιμασίας για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Υγεία
Μετά την κρίση, η πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας επηρεάζεται σημαντικά από το εισόδημα. Οι υψηλές ιδιωτικές δαπάνες μεταφέρουν μεγάλο μέρος του κόστους στα νοικοκυριά, με τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα να αντιμετωπίζουν μεγαλύτερα εμπόδια στην πρόληψη, διάγνωση και θεραπεία.
- Η Ελλάδα καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά ιδιωτικών δαπανών υγείας στην ΕΕ.
- Το 32% των ατόμων στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο δηλώνει ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας, έναντι 10% στο υψηλότερο.
- Τα χρόνια νοσήματα αφορούν το 30% των ατόμων στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο, έναντι 18% στο υψηλότερο.
- Οι οικονομικές ανισότητες οδηγούν σε σημαντικές διαφορές στην κατάσταση υγείας και στο προσδόκιμο υγιούς ζωής.
Μακροχρόνια Φροντίδα
Η μακροχρόνια φροντίδα, που αφορά άτομα με σωματική ή ψυχική ευαλωτότητα, είναι ένας από τους αδύναμους πυλώνες κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα. Καθώς ο πληθυσμός γηράσκει, η χώρα βασίζεται κυρίως στην οικογένεια, γεγονός που επιβαρύνει οικονομικά και κοινωνικά, ιδίως τις γυναίκες.
- Οι δημόσιες δαπάνες για μακροχρόνια φροντίδα αντιστοιχούν μόλις στο 0,16% του ΑΕΠ, έναντι 1,71% στην ΕΕ.
- Η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης ως προς τη χρηματοδότηση υπηρεσιών φροντίδας.
- Τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα δυσκολεύονται περισσότερο να καλύψουν ανάγκες φροντίδας.
- Η άτυπη οικογενειακή φροντίδα παραμένει ο κυρίαρχος μηχανισμός υποστήριξης.
Στέγαση
Η στέγαση αναδεικνύεται ως πηγή ανισοτήτων. Η απότομη αύξηση των ενοικίων και του στεγαστικού κόστους μετά το 2018 έχει αυξήσει την πίεση στα νοικοκυριά, ιδίως στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα και στους νέους. Παράλληλα, η αύξηση των αξιών ακινήτων διευρύνει το χάσμα μεταξύ ιδιοκτητών και ενοικιαστών.
- Το κόστος στέγασης για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα παραμένει από τα υψηλότερα στην Ευρώπη.
- Η άνοδος των ενοικίων μετά το 2018 επιβάρυνε δυσανάλογα τους ενοικιαστές χαμηλού εισοδήματος.
- Η ιδιοκατοίκηση υποχωρεί στα νεότερα και οικονομικά ασθενέστερα νοικοκυριά.
- Η αδυναμία κάλυψης ενεργειακών και στεγαστικών υποχρεώσεων έχει επιδεινωθεί μετά το 2021.
- Η στεγαστική επισφάλεια συνδέεται με χαμηλότερες εκπαιδευτικές και επαγγελματικές προοπτικές.
