Προειδοποίηση για τη Δημόσια Υγεία: Ο Υψηλός Φόρτος Εργασίας Περιορίζει τη Μέτρηση της Αρτηριακής Πίεσης – Ένας στους Δέκα Ασθενείς Δεν Ελέγχεται

Σοβαρές αδυναμίες στη διαδικασία μέτρησης της αρτηριακής πίεσης στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ) εντοπίζει μια νέα επιστημονική μελέτη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ). Παρά το γεγονός ότι η μέτρηση της αρτηριακής πίεσης αποτελεί θεμελιώδη κατευθυντήρια οδηγία και τον σημαντικότερο τροποποιήσιμο παράγοντα κινδύνου για την πρόληψη θανάτων και αναπηριών, η μελέτη αποκαλύπτει ότι ένα σημαντικό ποσοστό ασθενών στην Ελλάδα παραμένει αδιάγνωστο ή μη ρυθμισμένο.

Η πρωτοποριακή ελληνική έρευνα, η οποία δημοσιεύτηκε στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό Journal of Human Hypertension (μέρος του ομίλου Nature), φωτίζει ένα κρίσιμο πρόβλημα στην καρδιά της πρόληψης: οι γιατροί της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας στην Ελλάδα, σε σημαντικό βαθμό, παραλείπουν να μετρούν συστηματικά την αρτηριακή πίεση των ασθενών τους κατά τη διάρκεια της εξέτασης, παρά τις ξεκάθαρες οδηγίες από την Ευρωπαϊκή Εταιρεία Υπέρτασης.

Η έρευνα, η οποία διεξήχθη από επιστημονική ομάδα του ΑΠΘ (με συντελεστές τους Β. Γκόλια, Μ. Δούμα, Εμμ. Σμυρνάκη, Α. Τριανταφύλλου, Ν. Ευαγγελίδη, Μ. Γκαβανά κ.ά.), σηματοδοτεί την πρώτη του είδους της στην Ελλάδα. Αναδεικνύει μια καθημερινότητα όπου ο εξαντλητικός φόρτος εργασίας και η έλλειψη χρόνου μετατρέπουν μια βασική κλινική πρακτική σε πολυτέλεια.

Το Μέγεθος του Προβλήματος σε Αριθμούς στην Ελλάδα
Στη διαδικτυακή, διατομεακή έρευνα, συμμετείχαν 282 γιατροί της ΠΦΥ (92,9% Γενικοί Οικογενειακοί Ιατροί και 89,4% εργαζόμενοι στον δημόσιο τομέα), με μέσο όρο 25 επισκέψεων ασθενών ημερησίως.

Οι απαντήσεις τους καταδεικνύουν ένα χάσμα μεταξύ της θεωρίας και της καθημερινής κλινικής πράξης:

  • Μόνο το 33,3% των ασθενών αναφέρεται από τους γιατρούς ότι τους μετρούν την αρτηριακή πίεση σε μια τυπική ημέρα στο ιατρείο.
  • Μόνο το 14,5% των γιατρών μετρά την πίεση σε όλους τους ασθενείς σε κάθε επίσκεψη.
  • Αντιθέτως, το 44% το πράττει μόνο όταν το απαιτεί το σύμπτωμα, ενώ το 11,4% μόνο σε ασθενείς με ήδη γνωστή υπέρταση.
  • Ένας στους δέκα (11,7%) δηλώνει ότι δεν μετρά καθόλου την αρτηριακή πίεση.
  • Σύσταση για μέτρηση στο σπίτι γίνεται μόνο στο 31,1% των ασθενών.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ιδιώτες γιατροί της ΠΦΥ εμφανίζουν ακόμη πιο αρνητική εικόνα σε σύγκριση με τους συναδέλφους τους στο Δημόσιο. Το 50% των γιατρών στον ιδιωτικό τομέα –δηλαδή ένας στους δύο– δεν μετρά την πίεση ως ρουτίνα, έναντι 27,8% στον δημόσιο, παρά το γεγονός ότι οι γιατροί του δημοσίου αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο όγκο ασθενών.

Γιατί οι Γιατροί Δεν Μετρούν την Πίεση των Ασθενών τους;
Οι λόγοι που αποτρέπουν τους γιατρούς από την τακτική μέτρηση της πίεσης είναι ξεκάθαροι και αναδεικνύουν την παθογένεια του συστήματος. Οι γιατροί ανέφεραν ως βασικούς παράγοντες:

  • Τον υψηλό ημερήσιο όγκο ασθενών (60,5%).
  • Τον περιορισμένο διαθέσιμο χρόνο για κάθε ασθενή (69,5%).
  • Ένα μικρό ποσοστό (1,3%) ανέφερε ως αιτία την ανεπαρκή εκπαίδευση.

Ο περιορισμένος χρόνος και ο τεράστιος όγκος ασθενών στα ιατρεία αποτελούν τα κύρια εμπόδια για τη σωστή μέτρηση της πίεσης, όπως αποτυπώνεται στα ευρήματα της μελέτης.

Το Παράδοξο με τα Πιεσόμετρα
Ένα επιπλέον εύρημα της μελέτης που παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον αφορά τον εξοπλισμό. Παρά την τεχνολογική εξέλιξη, μόνο το 54,6% των γιατρών χρησιμοποιεί ηλεκτρονικό πιεσόμετρο βραχίονα. Περίπου το 30% επιμένει στο αναλογικό παλαιού τύπου (αεροθάλαμου) και ένα 15,6% στο υδραργυρικό. Μάλιστα, το 77,4% όσων δεν χρησιμοποιούν ηλεκτρονικά πιεσόμετρα, δικαιολογεί την επιλογή τους θεωρώντας τα λιγότερο αξιόπιστα από τα παραδοσιακά.

Ποσοστό γιατρών που χρησιμοποιούν ηλεκτρονικό πιεσόμετρο έναντι αναλογικού ή υδραργυρικού.

Συστημική Αδράνεια και Ανάγκη για Αναδιοργάνωση
Στην ανάλυσή τους, οι συγγραφείς της μελέτης τοποθετούν το ελληνικό πρόβλημα στο γενικότερο πλαίσιο των παγκόσμιων δυσλειτουργιών της Πρωτοβάθμιας Περίθαλψης, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου για τους «κρυφούς» υπερτασικούς.

«Αυτό το χάσμα στην εφαρμογή των τρεχουσών κατευθυντήριων οδηγιών στην καθημερινή κλινική πράξη δεν προκαλεί έκπληξη», αναφέρουν οι ερευνητές. «Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι ιατροί, οι οποίες συμβάλλουν στην υποβέλτιστη υιοθέτηση των οδηγιών όσον αφορά τις πρακτικές μέτρησης της αρτηριακής πίεσης, φαίνεται να είναι παγκόσμιες. Τα κύρια εμπόδια παγκοσμίως για την επίτευξη αποδεκτών επιπέδων ανίχνευσης και ελέγχου της υπέρτασης περιλαμβάνουν την έλλειψη αποτελεσματικής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, την κλινική αδράνεια και τη χαμηλή αναλογία ιατρών προς ασθενείς».

Καταλήγοντας, η ερευνητική ομάδα προτείνει ριζικές αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας των ιατρείων, προκρίνοντας το ομαδικό μοντέλο φροντίδας. «Υπάρχει επείγουσα ανάγκη να παρακινηθούν και να εκπαιδευτούν οι ιατροί και τα άλλα μέλη της ομάδας της ΠΦΥ στις βέλτιστες πρακτικές, παρέχοντας κίνητρα που θα επιβραβεύουν την πρόληψη, τον προσυμπτωματικό έλεγχο και τη ρύθμιση της υπέρτασης», τονίζουν. «Η αναδιοργάνωση του πλαισίου της ΠΦΥ, αξιοποιώντας τις σύγχρονες τεχνολογίες και την τεχνητή νοημοσύνη, καθώς και η προώθηση της πρωτοκολλημένης, ομαδικής φροντίδας (team-based care), θα μπορούσαν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στην απόκτηση αξιόπιστων δεδομένων, στην αντιμετώπιση της θεραπευτικής αδράνειας και στη δέσμευση κλινικών ιατρών και ασθενών σε μια παραγωγική συνέχεια στη φροντίδα της υπέρτασης».