Η Κινεζική Οικονομία Επιβραδύνει τον Απρίλιο: Κατανάλωση, Παραγωγή και Επενδύσεις Κάτω από τις Προβλέψεις

Η κινεζική οικονομία παρουσίασε τον Απρίλιο ενδείξεις περαιτέρω επιβράδυνσης, με την κατανάλωση, τη βιομηχανική παραγωγή και τις επενδύσεις να κινούνται αισθητά χαμηλότερα από τις εκτιμήσεις των αναλυτών. Τα στοιχεία αυτά ενισχύουν τις ανησυχίες για την ανθεκτικότητα της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας του πλανήτη, ειδικά σε ένα διεθνές περιβάλλον που χαρακτηρίζεται όλο και περισσότερο από αστάθεια.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Κίνας, η οικονομία συνεχίζει να βασίζεται δυσανάλογα στις εξαγωγές, ενώ η εγχώρια ζήτηση παραμένει αδύναμη και η επενδυτική δραστηριότητα παρουσιάζει πτώση.

Αποτέλεσμα στην Κατανάλωση:

Η εικόνα στην κατανάλωση ήταν απογοητευτική. Οι λιανικές πωλήσεις, που αποτελούν βασικό δείκτη της ιδιωτικής δαπάνης, σημείωσαν αύξηση μόλις 0,2% σε ετήσια βάση τον Απρίλιο. Αυτή είναι η χαμηλότερη επίδοση από τον Δεκέμβριο του 2022. Οι οικονομολόγοι προέβλεπαν άνοδο περίπου 2%, ενώ τον Μάρτιο η αντίστοιχη αύξηση είχε διαμορφωθεί στο 1,7%.

Αυτή η πορεία ενισχύει τις αμφιβολίες σχετικά με την ικανότητα της Κίνας να επιτύχει τον διακηρυγμένο εδώ και χρόνια στόχο της μετατροπής του αναπτυξιακού της μοντέλου, προς μια οικονομία που θα βασίζεται περισσότερο στην κατανάλωση και λιγότερο στις εξαγωγές και τις κρατικές επενδύσεις.

Βιομηχανική Παραγωγή και Επενδύσεις

Παράλληλα, η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε κατά 4,1% σε σύγκριση με τον προηγούμενο χρόνο, σημειώνοντας επιβράδυνση από το 5,7% του Μαρτίου. Η επίδοση αυτή υστερεί σημαντικά των εκτιμήσεων, που έκαναν λόγο για άνοδο σχεδόν 6%.

Ακόμη πιο αδύναμη ήταν η εικόνα στις επενδύσεις παγίων στοιχείων, οι οποίες περιλαμβάνουν ακίνητα και υποδομές. Στο πρώτο τετράμηνο του έτους, οι επενδύσεις αυτές κατέγραψαν πτώση 1,6%, ενώ οι αγορές ανέμεναν αντίστοιχη αύξηση. Το στοιχείο αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο, καθώς ο κατασκευαστικός και κτηματομεσιτικός τομέας παραμένει βασικός πυλώνας της κινεζικής οικονομίας, παρά τη συνεχιζόμενη κρίση που βιώνει τα τελευταία χρόνια.

Παράγοντες Επιβάρυνσης

Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η γεωπολιτική αβεβαιότητα, και κυρίως οι συνέπειες του πολέμου στο Ιράν, επιβαρύνουν το οικονομικό κλίμα, οδηγώντας σε αυξημένη επιφυλακτικότητα τόσο από πλευράς επιχειρήσεων όσο και καταναλωτών.

Οι Εξαγωγές ως “Μαξιλάρι”

Την ίδια στιγμή, οι εξαγωγές συνέχισαν να αποτελούν το βασικό “μαξιλάρι” της κινεζικής οικονομίας. Οι αποστολές κινεζικών προϊόντων στο εξωτερικό αυξήθηκαν κατά 14,1% τον Απρίλιο, πολύ πάνω από τις προβλέψεις. Αυτό οφείλεται στο ότι πολλές ξένες επιχειρήσεις έσπευσαν να δημιουργήσουν αποθέματα, φοβούμενες νέες αυξήσεις τιμών και διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή.

Οι εξαγωγές συνέβαλαν στον περιορισμό της αδυναμίας της εγχώριας ζήτησης, αλλά δεν κατάφεραν να την αντισταθμίσουν πλήρως. Παρά την αδυναμία των στοιχείων, το Πεκίνο δεν φαίνεται διατεθειμένο να προχωρήσει άμεσα σε νέο μεγάλο πακέτο στήριξης, εκτός εάν εμφανιστούν πιο έντονα σημάδια επιδείνωσης.

Αγορά Εργασίας και Διπλωματία

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ανεργία στις πόλεις υποχώρησε ελαφρά στο 5,2% από 5,4% τον Μάρτιο, προσφέροντας μια περιορισμένη θετική νότα για την αγορά εργασίας.

Τα οικονομικά στοιχεία δόθηκαν στη δημοσιότητα λίγες ημέρες μετά τη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο. Η συνάντηση αυτή έλαβε χώρα σε μια περίοδο όπου Η Ουάσιγκτον και το Πεκίνο προσπαθούν να σταθεροποιήσουν τις εμπορικές τους σχέσεις, χωρίς όμως να εγκαταλείπουν τον στρατηγικό ανταγωνισμό.

Σύμφωνα με πληροφορίες από τον Λευκό Οίκο, η Κίνα συμφώνησε να αγοράσει αμερικανικά αγροτικά προϊόντα αξίας τουλάχιστον 17 δισεκατομμυρίων δολαρίων τα επόμενα χρόνια, καθώς και 200 αεροσκάφη της Boeing. Επίσης, οι δύο πλευρές συμφώνησαν στη δημιουργία κοινών συμβουλίων εμπορίου και επενδύσεων, με στόχο τη διαχείριση διαφορών και τη διεύρυνση της πρόσβασης στις αγορές.

Η αμερικανική πλευρά φαίνεται να απομακρύνεται από την προηγούμενη απαίτηση για βαθιές διαρθρωτικές αλλαγές στην κινεζική οικονομία, όπως η μετάβαση από το εξαγωγικό μοντέλο στην τόνωση της εγχώριας κατανάλωσης. Τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Κίνα αναγνωρίζουν πλέον ότι μια πλήρης οικονομική αποσύνδεση ή μια ανεξέλεγκτη σύγκρουση θα είχε τεράστιο κόστος και για τις δύο οικονομίες.

Ωστόσο, το πρόβλημα για το Πεκίνο έγκειται στο ότι η τρέχουσα επιβράδυνση αναδεικνύει ακριβώς τις αδυναμίες που η κινεζική ηγεσία προσπαθεί να αποκρύψει εδώ και χρόνια: μια οικονομία που εξακολουθεί να δυσκολεύεται να δημιουργήσει ισχυρή εσωτερική κατανάλωση και παραμένει εξαρτημένη από τις εξαγωγές, την κρατική παρέμβαση και τις γεωπολιτικές ισορροπίες.