Η μετάβαση του πληθωρισμού σε μια νέα, πιο σύνθετη φάση, αναδεικνύεται από την τελευταία εκτίμηση της Eurostat για τον Απρίλιο του 2026. Αυτό επισημαίνει ο πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς, Βασίλης Κορκίδης, σκιαγραφώντας τρία βασικά σενάρια για την εξέλιξη των τιμών στο άμεσο μέλλον.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο 3%, από 2,6% τον Μάρτιο. Η Ελλάδα, ωστόσο, κατέγραψε υψηλότερη αύξηση, φτάνοντας το 4,6% από 3,4%. Η απόκλιση άνω της 1,5 ποσοστιαίας μονάδας, όπως τονίζει ο κ. Κορκίδης, δεν υποδηλώνει απλή διακύμανση, αλλά την επανεμφάνιση ισχυρών πληθωριστικών πιέσεων, κυρίως από την ενέργεια, τις μεταφορές και τις υπηρεσίες.
Τα Τρία Σενάρια για τον Πληθωρισμό
Το πρώτο σενάριο, που χαρακτηρίζεται ως το πλέον αισιόδοξο, προβλέπει σταδιακή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού από το καλοκαίρι του 2026. Σε αυτή την εκδοχή, οι διεθνείς τιμές ενέργειας σταθεροποιούνται και οι εφοδιαστικές αλυσίδες εξομαλύνονται. Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη αναμένεται να κινηθεί στο εύρος 2,6%-2,8%, ενώ στην Ελλάδα θα υποχωρήσει στο 3,5%-4%. Παρόλα αυτά, η χώρα θα παραμείνει πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, εξαιτίας διαρθρωτικών αδυναμιών.
Το δεύτερο, και πιθανότερο σενάριο, αφορά τη διατήρηση του πληθωρισμού σε σχετικά υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Οι τιμές ενέργειας παραμένουν ευμετάβλητες, ενώ οι μεταφορές, τα logistics και τα τρόφιμα συνεχίζουν να τροφοδοτούν τις αυξήσεις. Σε αυτή την περίπτωση, ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα σταθεροποιηθεί γύρω στο 3% στην Ευρωζώνη και μεταξύ 4%-4,5% στην Ελλάδα, διατηρώντας την πίεση σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Το τρίτο σενάριο, το πλέον δυσμενές, συνδέεται με πιθανή επιδείνωση γεωπολιτικών εντάσεων και νέα άνοδο των τιμών ενέργειας. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ο πληθωρισμός θα μπορούσε να φτάσει το 3,3%-3,6% στην Ευρωζώνη και να προσεγγίσει ή και να υπερβεί το 5% στην Ελλάδα, με σοβαρές επιπτώσεις στην αγοραστική δύναμη και τη λειτουργία των επιχειρήσεων.
Όπως επισημαίνει ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ, η ενέργεια παραμένει βασικός καταλύτης. Ωστόσο, οι υπηρεσίες —ιδίως σε τουρισμό, εστίαση και μεταφορές— εμφανίζουν ανθεκτικότητα στις αυξήσεις τιμών. Παράλληλα, τα τρόφιμα συνεχίζουν να επιβαρύνουν σημαντικά τα νοικοκυριά.
Η Ελλάδα αντιμετωπίζει διπλή πρόκληση: υψηλότερο πληθωρισμό από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και μεγαλύτερη ευαισθησία της οικονομίας στις αυξήσεις τιμών, λόγω της δομής της κατανάλωσης και της κυριαρχίας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Σε επίπεδο πολιτικής, ο κ. Κορκίδης σημειώνει ότι τα περιθώρια παραμένουν στενά. Η νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας εξακολουθεί να στοχεύει στη σταθερότητα των τιμών, διατηρώντας υψηλό το κόστος δανεισμού. Ταυτόχρονα, η δημοσιονομική πολιτική καλείται να ισορροπήσει μεταξύ στήριξης και πειθαρχίας.
Συνολικά, όπως αναφέρει, ο πληθωρισμός δεν έχει ακόμη τεθεί υπό πλήρη έλεγχο και εισέρχεται σε μια περίοδο όπου εξωτερικοί παράγοντες, όπως η ενέργεια και η γεωπολιτική, αποκτούν καθοριστική σημασία. Για την Ελλάδα, η πρόκληση είναι εντονότερη, καθώς απαιτείται ταυτόχρονα διατήρηση της ανταγωνιστικότητας και προστασία της αγοραστικής δύναμης.
«Οι επόμενοι μήνες αναμένεται να είναι καθοριστικοί για την πορεία των τιμών, με τις αποφάσεις σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο να επηρεάζουν άμεσα την κατεύθυνση της οικονομίας» καταλήγει ο κ. Κορκίδης.
