Η οικονομική ανάπτυξη στην Ευρώπη «δεν είναι χαμένη υπόθεση», όπως διαβεβαίωσε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), Κριστίν Λαγκάρντ, χθες Σάββατο. Η ίδια κάλεσε σε «ρωμαλέα και ταχεία αντίδραση» με στόχο τη βελτίωση της παραγωγικότητας στις χώρες μέλη της ευρωζώνης.
«Στην Ευρώπη διαθέτουμε ταλέντα, υψηλό μορφωτικό επίπεδο και δυνατότητα αποταμίευσης, αλλά αδυνατούμε να τα κινητοποιήσουμε όλα αυτά», δήλωσε η κ. Λαγκάρντ σε συνέντευξή της στη γαλλική εφημερίδα Ouest-France. Η ΕΚΤ προβλέπει ότι ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη θα φτάσει το 0,9% το 2026.
Ερωτηθείσα από την περιφερειακή εφημερίδα εάν θεωρεί εφικτή την αναθέρμανση της οικονομικής ανάπτυξης «σε μια ήπειρο με πληθυσμό που γερνά και είναι ήδη πολύ αναπτυγμένη», η πρώην διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) και πρώην υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών της Γαλλίας χαρακτήρισε την ερώτηση «θεμιτή».
«Η δημογραφία παίζει σημαντικό ρόλο. Ωστόσο, μπορούμε να την εξισορροπήσουμε βελτιώνοντας την παραγωγικότητα», τόνισε. «Ακόμη και με λιγότερο εργατικό δυναμικό, εάν γίνουμε πιο αποτελεσματικοί, θα επιτύχουμε ανάπτυξη. Δεν πρόκειται για «χαμένη υπόθεση», επέμεινε.
«Για να συμβεί αυτό, πρέπει να αναληφθούν πρωτοβουλίες. Πιστεύω ότι η αμερικανική πολιτική, η οποία άλλαξε δραματικά τα τελευταία χρόνια, θα πρέπει να μας ωθήσει σε ρωμαλέα και ταχεία αντίδραση», πρόσθεσε.
Η ΕΚΤ αύξησε την Πέμπτη τα κατευθυντήρια επιτόκιά της, με στόχο τον περιορισμό του πληθωρισμού, καθώς ο δείκτης αυτός «αναμένεται να παραμείνει σταθερά πάνω από τον στόχο της για παρατεταμένη περίοδο». Ωστόσο, η απόφαση αυτή καθιστά ακριβότερες τις πιστώσεις για ακίνητα, τα δάνεια προς επιχειρήσεις και το κόστος χρηματοδότησης των κρατικών χρεών.
«Η αποστολή της ΕΚΤ είναι να εγγυάται τη σταθερότητα των τιμών», δικαιολόγησε η κ. Λαγκάρντ, υπενθυμίζοντας τον «στόχο ο πληθωρισμός να φτάνει το 2% μεσοπρόθεσμα». Αυτός ο στόχος δεν επιτυγχάνεται σήμερα, καθώς ο πληθωρισμός ανέρχεται στο «3,3% στην ευρωζώνη», κάτι που αποτελεί «μεγάλο σοκ» λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή και της καταστροφής των δυνατοτήτων διύλισης υδρογονανθράκων, «ιδίως στη Ρωσία», και η διάρκειά του θα είναι «πιθανόν πιο μακρά» από τις αρχικές εκτιμήσεις.
