Η Ευρώπη σε διαπραγματεύσεις: Νέες λύσεις για την αντιμετώπιση της ακρίβειας και του κόστους ενέργειας

Ερωτηματικά αναδύονται για το εάν η ευρωπαϊκή «νότια» πτέρυγα, με πρωτοστάτισσες την Ελλάδα, την Ιταλία και την Ισπανία, θα καταφέρει να πείσει τις πιο «σφιχτές» οικονομίες του ευρωπαϊκού «Βορρά» για την επιτακτική ανάγκη διεύρυνσης του δημοσιονομικού χώρου. Ο στόχος είναι να δοθεί στα κράτη-μέλη η δυνατότητα να ενισχύσουν περαιτέρω νοικοκυριά και επιχειρήσεις, απέναντι στην εκρηκτική άνοδο του ενεργειακού κόστους.

Η προσπάθεια αυτή ξεκίνησε με στοχευμένες επιστολές από τους πρωθυπουργούς της Ελλάδας και της Ιταλίας, Κυριάκο Μητσοτάκη και Τζόρτζια Μελόνι, αντίστοιχα, προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η συζήτηση θα κορυφωθεί στην επικείμενη συνεδρίαση του Eurogroup στο Λουξεμβούργο, όπου το θέμα θα τεθεί επί τάπητος και οι διαπραγματεύσεις αναμένεται να ενταθούν. Ήδη, οι παρασκηνιακές διεργασίες είναι σε πλήρη εξέλιξη, προετοιμάζοντας το έδαφος για μια προσέγγιση απόψεων που θα επιτρέψει την ταχεία λήψη αποφάσεων, δεδομένης της οξείας φύσης του ζητήματος.

Ο ΦΠΑ της ακρίβειας
Στην καρδιά των προτάσεων από την Αθήνα και τη Ρώμη βρίσκεται η αξιοποίηση των αυξημένων φορολογικών εσόδων που προκύπτουν από την άνοδο των τιμών και τον πληθωρισμό. Οι δύο χώρες υποστηρίζουν ότι ένα μέρος αυτών των πρόσθετων εισπράξεων θα μπορούσε να επαναδιοχετευθεί στην οικονομία, μέσω προσωρινών μέτρων στήριξης για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις που πλήττονται δυσανάλογα από το αυξημένο ενεργειακό κόστος.

Αυτή η πρόταση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς, ενώ η άνοδος των τιμών ενισχύει τα κρατικά φορολογικά έσοδα, ταυτόχρονα περιορίζει σημαντικά τα περιθώρια των κυβερνήσεων για χρηματοδότηση παρεμβάσεων αντιμετώπισης της ακρίβειας. Η Ελλάδα και η Ιταλία ζητούν, επομένως, μεγαλύτερη ευελιξία στην εφαρμογή των δημοσιονομικών κανόνων, ώστε αυτές οι έκτακτες συνθήκες να μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά, χωρίς να επιβαρύνονται περαιτέρω οι δημόσιοι προϋπολογισμοί.

Ευελιξία και εξαιρέσεις
Οι επιστολές που απέστειλαν οι Κυριάκος Μητσοτάκης και Τζόρτζια Μελόνι στην Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, κινούνται στην ίδια κατεύθυνση. Οι δύο κυβερνήσεις ζητούν να δοθεί η δυνατότητα χρηματοδότησης προσωρινών μέτρων ανακούφισης, χωρίς οι εν λόγω δαπάνες να λαμβάνονται υπόψη με τον ίδιο τρόπο στους περιορισμούς που θέτει το ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο.

Υπενθυμίζεται ότι οι δημοσιονομικοί κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν ήδη γνωρίσει αυξημένη ευελιξία στον τομέα της ενέργειας. Από τον Ιούνιο, προβλέπεται η δυνατότητα προσωρινής αύξησης των δαπανών έως και 0,6% του ΑΕΠ, με ορίζοντα έως το 2028, για επενδύσεις που στοχεύουν στον περιορισμό της εξάρτησης από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα.

Επιπλέον, έχει διαμορφωθεί ένα ευρύτερο πλαίσιο εξαιρέσεων για δαπάνες που αφορούν την άμυνα και την ενέργεια, συνολικού ύψους έως 1,5% του ΑΕΠ. Η Ελλάδα και η Ιταλία έχουν ήδη αξιοποιήσει αυτή τη δυνατότητα, ώστε οι σχετικές δαπάνες να μην οδηγήσουν στην ενεργοποίηση των προβλεπόμενων δημοσιονομικών κυρώσεων.

Μεγαλύτερα περιθώρια
Οι νέες προτάσεις από την Αθήνα και τη Ρώμη δεν περιορίζονται στις ήδη υφιστάμενες εξαιρέσεις. Η ελληνική πλευρά επιδιώκει περαιτέρω ευελιξία, ζητώντας να μπορούν τα προσωρινά μέτρα στήριξης να εξαιρούνται από τον δείκτη καθαρών δαπανών, ο οποίος αποτελεί βασικό εργαλείο για την εφαρμογή των νέων δημοσιονομικών κανόνων.

Στην πράξη, η πρόταση αυτή θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για τη λήψη μέτρων που θα περιορίζουν την επιβάρυνση από το ενεργειακό κόστος. Μεταξύ άλλων, θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται επιδοτήσεις ή άλλες παρεμβάσεις για καύσιμα και ενέργεια, εφόσον, βεβαίως, επιτευχθεί η απαραίτητη ευρωπαϊκή συμφωνία.

Το επιχείρημα της Αθήνας στηρίζεται στο γεγονός ότι η άνοδος των τιμών δημιουργεί παράλληλα πρόσθετα φορολογικά έσοδα, κυρίως μέσω του ΦΠΑ. Σύμφωνα με την ελληνική θέση, ένα μέρος αυτών των αυξημένων εισπράξεων θα μπορούσε να επανατροφοδοτήσει την οικονομία, χρηματοδοτώντας προσωρινές παρεμβάσεις που θα προστατεύουν το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών και τη λειτουργία των επιχειρήσεων.

Το κεντρικό ερώτημα, πλέον, είναι εάν οι χώρες του ευρωπαϊκού βορρά θα αποδεχθούν μια τέτοια διεύρυνση της δημοσιονομικής ευελιξίας. Οι πιο επιφυλακτικές κυβερνήσεις και οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εκφράζουν την ανησυχία ότι μια υπερβολικά χαλαρή προσέγγιση θα μπορούσε να πυροδοτήσει ανησυχίες στις διεθνείς αγορές και να επηρεάσει την αξιοπιστία του ευρωπαϊκού δημοσιονομικού πλαισίου.

Αναγκαία προσαρμογή
Η συζήτηση, συνεπώς, δεν εστιάζει μόνο στην αντιμετώπιση της τρέχουσας ενεργειακής επιβάρυνσης. Εστιάζει, επίσης, στο κατά πόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να προσαρμόσει τους δημοσιονομικούς της κανόνες στις έκτακτες συνθήκες, επιτρέποντας στις κυβερνήσεις να στηρίξουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις, χωρίς να υπονομεύεται η δημοσιονομική σταθερότητα.

Η επικείμενη συνεδρίαση των υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης αναμένεται να αποτελέσει ένα κρίσιμο επόμενο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.