Οι τραπεζικές καταθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, που έχουν συμπληρώσει ηλικία άνω των 5 ετών, βρίσκονται πλέον στο απυρόβλητο. Αυτό έχει ως συνέπεια η εφορία να μην μπορεί να πραγματοποιήσει ελέγχους, ακόμη και αν τα ποσά αυτά χρησιμοποιηθούν αργότερα, εντός της πενταετούς προθεσμίας.
Μια πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) ξεκαθαρίζει το τοπίο: ο κρίσιμος χρόνος για τον έλεγχο της προσαύξησης περιουσίας μέσω τραπεζικών καταθέσεων είναι η αρχική κατάθεση των χρημάτων στον τραπεζικό λογαριασμό, και όχι οι μεταγενέστερες μεταφορές ή δαπάνες τους.
Κατ’ ουσίαν, αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε τραπεζική κίνηση – είτε κατάθεση, ανάληψη ή έμβασμα – που πραγματοποιήθηκε έως και την 31η Δεκεμβρίου 2019 έχει παραγραφεί. Συνεπώς, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) δεν έχει πλέον το δικαίωμα να επιβάλει αναδρομικούς φόρους ή πρόστιμα για αυτά τα ποσά, ακόμη και αν αποδείξει ότι πρόκειται για αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Το Ανώτατο Δικαστήριο, με την υπ’ αριθ. 157/2026 απόφασή του, έκρινε ότι η φορολογική αρχή όφειλε να ελέγξει τη νομιμότητα της προέλευσης των καταθέσεων εντός της πενταετούς προθεσμίας, πριν αυτή παραγραφεί. Η υπόθεση αφορούσε μια φορολογούμενη στην οποία η εφορία είχε επιβάλει πρόστιμο ύψους 378.000 ευρώ για προσαύξηση περιουσίας, εξαιτίας ενός εμβάσματος που είχε αποστείλει στο εξωτερικό το 2010.
Η εφορία, εντοπίζοντας τη συναλλαγή, την χαρακτήρισε αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας, καθώς το ποσό δεν προερχόταν από τα δηλωθέντα εισοδήματά της. Η φορολογούμενη προσέφυγε αρχικά στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, το οποίο απέρριψε την προσφυγή της και δικαίωσε την εφορία, κρίνοντας ότι ο φορολογικός έλεγχος έπρεπε να γίνει το 2010 (έτος αποστολής του εμβάσματος), παρότι τα χρήματα είχαν κατατεθεί στον λογαριασμό της τον Δεκέμβριο του 2009.
Στη συνέχεια, η υπόθεση έφτασε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο ακύρωσε την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου και την «επιβάρυνση» της εφορίας. Το ΣτΕ, βασιζόμενο στη νομολογία του, τόνισε ότι η απλή μεταφορά χρημάτων μεταξύ λογαριασμών του ίδιου προσώπου δεν συνιστά νέα εισοδηματική προσαύξηση.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το δικαίωμα ελέγχου από την εφορία ίσχυε έως και το 2010. Ωστόσο, το ποσό είχε κατατεθεί στον λογαριασμό της φορολογούμενης το 2009 (έτος που είχε παραγραφεί κατά τον χρόνο του ελέγχου), και το έμβασμα στάλθηκε το 2010. Παρότι η συναλλαγή έγινε το 2010, που δεν είχε παραγραφεί, η εφορία δεν μπορεί να ελέγξει τη νομιμότητα της προέλευσης των χρημάτων, καθώς αυτό θα έπρεπε να το είχε πράξει έως και το 2009.
Τι σημαίνει πρακτικά η απόφαση του ΣτΕ:
Η απόφαση αυτή επιτρέπει τη χρήση ποσών από καταθέσεις, για τις οποίες δεν υπάρχει άμεση δικαιολογία από τα δηλωθέντα εισοδήματα, για την πραγματοποίηση εμβασμάτων, γονικών παροχών, ή αγοράς περιουσιακών στοιχείων, χωρίς ο κάτοχός τους να υποστεί έλεγχο «πόθεν έσχες». Αυτό ισχύει εφόσον τα ποσά αυτά είχαν κατατεθεί στον τραπεζικό λογαριασμό του πλέον της πενταετίας.
Σημαντική επισήμανση: Ο κάτοχος των χρημάτων θα πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξει, μέσω τραπεζικών παραστατικών, ότι τα συγκεκριμένα ποσά υπήρχαν στον λογαριασμό του κατά την περίοδο που υποστηρίζει.
