Στο πλαίσιο των ραγδαίων γεωπολιτικών εξελίξεων, ο Προκόπης Παυλόπουλος παραχώρησε συνέντευξη στον κινεζικό τηλεοπτικό σταθμό CGTN, εστιάζοντας ιδιαίτερα στις πολεμικές επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή και τις διεθνείς τους προεκτάσεις.
Όπως υπογράμμισε, η τρέχουσα σύγκρουση χαρακτηρίζεται ως «πόλεμος χωρίς ορατό τέλος», τονίζοντας την ανάγκη η Ευρωπαϊκή Ένωση να υιοθετήσει έναν πιο ενεργό και συντονισμένο ρόλο για την επίτευξη της ειρήνης.
Παράλληλα, ο κ. Παυλόπουλος ανέδειξε τον ρόλο της Ελλάδας ως γέφυρας συνεργασίας και διαλόγου στις σχέσεις Ευρώπης-Κίνας. Τόνισε πως το ελληνικό παράδειγμα μπορεί να αποτελέσει βάση για μια ευρύτερη στρατηγική σύμπλευση, ενώ επεσήμανε ότι οι σχέσεις Κίνας-ΗΠΑ πρέπει να διέπονται από ισορροπία και σεβασμό στο διεθνές δίκαιο, προκειμένου να διασφαλιστεί η παγκόσμια σταθερότητα.
Η συνέντευξη του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας αναλυτικά:
Για τις πολεμικές επιχειρήσεις στην Μέση Ανατολή και τις προοπτικές τερματισμού τους:
Πρόκειται για έναν πόλεμο χωρίς ορατό τέλος και με απρόβλεπτες διεθνείς συνέπειες, οικονομικές και όχι μόνο. Όπως όλα δείχνουν, εκείνοι που άρχισαν αυτό τον πόλεμο, δηλαδή οι ΗΠΑ και το Ισραήλ, δεν είναι οι πιο κατάλληλοι για να τον τερματίσουν οριστικά. Αντιθέτως, η Ευρωπαϊκή Ένωση, με βάση την Ιστορία και τον Πολιτισμό της, καθώς και τον αναλογούντα παγκόσμιο ρόλο της, μπορεί και πρέπει να διαδραματίσει επιτυχώς έναν τέτοιο ειρηνευτικό ρόλο. Αρκεί, βεβαίως, να αναλάβει την σχετική πρωτοβουλία με τον κατάλληλο σχεδιασμό και προγραμματισμό, ιδίως στο πλαίσιο της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας, σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και, οπωσδήποτε, αφού προηγουμένως διαμορφώσει επαρκείς θέσεις, θεμελιωμένες σε μία ενιαία και στιβαρή γραμμή.
Για τις σχέσεις Ελλάδας, Ευρωπαϊκής Ένωσης και Κίνας:
Η Ελλάδα, από την εποχή των Περσικών Πολέμων και ιδίως από τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, σηματοδοτεί το διαχρονικό όριο μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Ένα όριο, το οποίο όμως δεν διχάζει, αλλά, αντιθέτως, είναι προορισμένο να χτίζει γέφυρες επικοινωνίας μεταξύ Δύσης και Ανατολής, πάνω στο ιδανικό θεμέλιο του Διαλόγου των Πολιτισμών. Η Ελλάδα απέδειξε ότι παραμένει συνεπής σε αυτή την ιστορική αποστολή όσον αφορά τις σχέσεις της με την Κίνα. Σχέσεις που στηρίχθηκαν ευθύς εξαρχής στον Διάλογο των Πολιτισμών και στη συνέχεια εξελίχθηκαν, επεκτεινόμενες διαρκώς, στο πεδίο μιας ευρύτερης οικονομικής συνεργασίας. Με αυτόν τον τρόπο, η Ελλάδα έδωσε και δίνει το παράδειγμα για μια ανάλογη, διευρυμένη, συνεργασία μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Κίνας. Συνεργασία η οποία μπορεί και πρέπει να δομηθεί χωρίς αποκλεισμούς άλλων διεθνών συνεργασιών και, οπωσδήποτε, με πλήρη σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου.
Για τις σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας:
Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ΗΠΑ και Κίνα είναι οι δύο μεγαλύτερες δυνάμεις, οικονομικές και όχι μόνο, παγκοσμίως. Το γεγονός αυτό σηματοδοτεί και τον ρόλο που καλούνται να διαδραματίσουν επίσης παγκοσμίως. Συγκεκριμένα, είναι επιτακτική η ανάγκη οι σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας να μην εξελιχθούν υπό όρους άκρατου ανταγωνισμού, ο οποίος μάλιστα θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την Παγκόσμια Ειρήνη. Με άλλα λόγια, οι ως άνω σχέσεις πρέπει να βασισθούν στις αρχές ενός υγιούς ανταγωνισμού σε κάθε επίπεδο, κυρίως δε στο οικονομικό. Κάτι το οποίο μπορεί να επιτευχθεί μόνο με πλήρη σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου, υπό όλες τις εκφάνσεις του. Και, όπως είναι αυτονόητο, ένας τέτοιος σεβασμός του Διεθνούς Δικαίου επιβάλλει την αρχή, η οποία αποκλείει, κατά κάποιον τρόπο εξ ορισμού, την προοπτική μιας στυγνής εξουθένωσης της μίας Μεγάλης Δύναμης από την άλλη, στο πλαίσιο όχι της ισχύος του Διεθνούς Δικαίου, αλλά του «δικαίου» του ισχυροτέρου. Τα διδάγματα του Θουκυδίδη για τα αίτια και τις συνέπειες του Πελοποννησιακού Πολέμου παραμένουν εν προκειμένω πάντα επίκαιρα και πάντα διδακτικά.
Για τη διακυβέρνηση μέσω Τεχνητής Νοημοσύνης σε διεθνές επίπεδο:
Η κατάλληλη χρήση των μέσων της Τεχνητής Νοημοσύνης μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στην καλύτερη διακυβέρνηση, ιδίως με στόχο την ορθολογική διακυβέρνηση μέσω της διαρκούς βελτίωσης της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητάς της. Τούτο, όμως, προϋποθέτει την επίγνωση των ορίων των μέσων της Τεχνητής Νοημοσύνης. Διότι αποτελεί σήμερα επιστημονικώς κοινό τόπο ότι τα μέσα της Τεχνητής Νοημοσύνης δεν μπορούν να υποκαταστήσουν πλήρως τον Άνθρωπο σε σειρά δράσεων, και κυρίως στον τομέα της απονομής της Δικαιοσύνης, υπό συνθήκες απαρέγκλιτου σεβασμού του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας. Αυτό οφείλεται στο ότι ο Άνθρωπος είναι, ταυτόχρονα, Homo Sapiens αλλά και Homo Sentiens, ενώ τα κάθε είδους μέσα της Τεχνητής Νοημοσύνης δεν διαθέτουν, καθ’ ουδένα τρόπο, Τεχνητή Συνείδηση. Είναι δε αυτή ακριβώς η διαφορά, η οποία θέτει τα όρια της ορθολογικής χρήσης των Μέσων της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Εν κατακλείδι, επισημαίνεται ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη και η μέσω αυτής ορθολογική διακυβέρνηση παρέχουν ένα σχεδόν προνομιακό πεδίο συνεργασίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Κίνας, πάντοτε με πλήρη σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου.
