Γιατί το ΠΑΣΟΚ έχει καλύτερες προϋποθέσεις από τη Νέα Αριστερά στην επιδίωξη της δεύτερης θέσης; Ένα εύλογο ερώτημα δεδομένης της συγκυρίας: Με δεδομένο ότι η πρόβλεψη για την πρώτη θέση της ΝΔ στις εκλογές δύσκολα αμφισβητείται – ακόμη και αν, λόγω του Σαμαρά, θυμίζει την πρώτη θέση του… Σαμαρά τον Μάιο του 2012 – ποιο κόμμα διαθέτει τις καλύτερες προϋποθέσεις να διεκδικήσει στην κάλπη τον ρόλο της δεύτερης δύναμης; Για να είμαστε συγκεκριμένοι: το ΠΑΣΟΚ ή η Νέα Αριστερά; Ο Αλέξης Τσίπρας ή ο Νίκος Ανδρουλάκης θα βρεθούν την επομένη των εκλογών επικεφαλής της μείζονος αντιπολίτευσης;
Εσχάτως, η μιντιακή μηχανή – που «καίει» δημοσκοπικό μαζούτ, με εμφανή προμηθευτή το Μέγαρο Μαξίμου – επιχειρεί τη διαμόρφωση μιας αυτοεκπληρούμενης προφητείας υπέρ του Τσίπρα, παρότι το κόμμα του είναι ακόμη υπό διαμόρφωση. Πρακτικά, στρέφεται εναντίον του ΠΑΣΟΚ. Το οποίο, παραδόξως, ενισχύει τον επικοινωνιακό τραυματισμό της κεκτημένης ταχύτητας από τη 52ετή διαδρομή του. Για την ακρίβεια: Ενταφιάζει τη φυσική του υπεροχή έναντι της Νέας Αριστεράς – ως ιστορικός φορέας συνάντησης της ελληνικής Κεντροαριστεράς με την ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία – στα εβδομαδιαία ερείπια επεισοδίων εσωστρέφειας. Τα οποία, ενίοτε, προκαλούν, διόλου άδολα, συγκεκριμένα στελέχη του, με την ανεξήγητη ανοχή της ηγεσίας του.
Ωστόσο, κάτω από την επίπλαστη δημοσκοπική επικράτηση της Νέας Αριστεράς, η πολιτική ανάλυση ακυρώνει τη μιντιακή προχειρότητα που κομποδένει ως «δεύτερο το κόμμα Τσίπρα». Με το επιχείρημα ότι «ο Μητσοτάκης το επιλέγει ως αντίπαλό του, επειδή διευκολύνει τη συσπείρωση της ΝΔ».
Οι εκλογές όμως δεν γίνονται με «πίτες» και «κολώνες» δημοσκόπων, κατά τις επιθυμίες των αντιμαχόμενων. Το αποτέλεσμα της κάλπης διαμορφώνεται από τα συμφραζόμενα του χρόνου διενέργειας των εκλογών.
Το δίλημμα των εκλογών
Πάντα με βάση το κεντρικό δίλημμα που τίθεται ενώπιον των ψηφοφόρων και με κριτήρια πολιτικά, ιδεολογικά, ιστορικά, οικονομικά, ακόμη και αισθητικά. Η πολιτική προέχει της επικοινωνίας. Και το εκλογικό σώμα είναι μέγεθος μεγαλύτερο του μιντιακού κοινού. Το τρικ που οδηγεί στην ψευδή εικόνα ότι «η δεύτερη θέση κρίθηκε ήδη» είναι η επιφανειακή σύγκριση ανάμεσα στον Αλέξη Τσίπρα και τον Νίκο Ανδρουλάκη. Παρότι το αναπαράγουν στις συναναστροφές τους και ορισμένοι εντός του ΠΑΣΟΚ, είναι χονδροειδές, ελάχιστα πολιτικό και ανιστόρητο.
Τα προσωπικά βιογραφικά τους δεν έχουν μεγάλες διαφορές: Με πέντε χρόνια διαφορά ηλικίας, είναι και οι δύο προϊόντα του κομματικού σωλήνα, έχουν τις ίδιες – μέτριες – σπουδές και παραπλήσια πολιτική προϋπηρεσία. Με αφετηρία ο ένας την ελληνική Βουλή από το 2009 και ο άλλος το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από το 2014.
Η εικόνα ευνοεί τον Τσίπρα: Έχει καλή σκηνική παρουσία, υψηλές εκλογικές επιδόσεις στο παρελθόν και την εμπειρία πρώην πρωθυπουργού, με ορισμένο πολιτικό κεφάλαιο: Την έξοδο της χώρας από τον μνημονιακό κύκλο επί των ημερών του, την επίλυση του Μακεδονικού και την παράδοση διαχειρίσιμης οικονομίας. Ωστόσο, είναι «μνημονιακός», καθώς έχει υπογράψει ένα Μνημόνιο – και οι επιλογές του στην κυβέρνηση και ως επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ, τον συνοδεύουν. Είναι επιβαρύνσεις που δεν κατάφερε να «απομονώσει» με την «αλλαγή» μέσω του προσωπικού rebranding.
Ούτε η αφήγηση του παρελθόντος του στην – μάλλον αυτοκαταστροφική – «Ιθάκη», ούτε η αυτομαστίγωση «αποτάσσομαι τους σατανάδες» του ΣΥΡΙΖΑ τον ωφέλησαν, όπως προκύπτει και από τις ισχνές συγκεντρώσεις του.
Αντίθετα, έχει βαθύνει η ρήξη του με την εκλογική βάση του διαχρονικού ΠΑΣΟΚ, που του έδωσε την ψήφο της μεταξύ 2012 και 2019. Αλλά δεν του συγχώρεσε ποτέ την ανάρμοστη σχέση με τον Καμμένο, την αλλοίωση της εκλογικής νίκης του 2015 με το σόφισμα περί «πρώτη φορά Αριστερά» και την άρνησή του να υλοποιήσει την «εντολή» του 2019 για μετεξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ. Η συντριβή του 2023 ήταν η απόδειξη. Η λευκή σημαία στην αναμέτρηση με τον Μητσοτάκη, που σήκωσε στη Βουλή που εκπνέει, και η περιφρονητική συμπεριφορά απέναντι στους φορείς της ευρύτερης Δημοκρατικής Παράταξης έχουν ανοίξει χάσμα με τον κεντροαριστερό χώρο, στον οποίο οφείλει την ανάδειξή του. Προκύπτει από την αποτυχία του να προσελκύσει πολιτικά στελέχη αυτού του χώρου στην Νέα Αριστερά, όπως είχε συμβεί μετά το 2012. Αντίθετα, πρόσωπα που έβαλε στη Βουλή ο Τσίπρας κατευθύνονται προς το ΠΑΣΟΚ.
Η πραγματική αναμέτρηση
Διαστρεβλώνοντας τα πράγματα οι μιντιακοί υποστηρικτές του, προβάλλουν ότι η επόμενη εκλογική αναμέτρηση θα είναι μονοσήμαντη: Μεταξύ Τσίπρα – Ανδρουλάκη, οπότε επικρατεί ως πρώην Πρωθυπουργός.
Άστοχο, αν ληφθεί υπόψη ότι και ο Γιώργος Παπανδρέου ήταν πρώην πρωθυπουργός και είχε ισχυρότερα πολιτικά φορτία εντός και εκτός της χώρας, αλλά στην ενδοπαραταξιακή αναμέτρηση στο πεδίο, ηττήθηκε από τον Ανδρουλάκη – κατώτερό του σε «προδιαγραφές». Στο περιβάλλον του Τσίπρα – όπου εκπροσωπείται πάντα η ιδεοληψία και ο πολιτικός αναχρονισμός – παραβλέπουν ότι η αναμέτρηση δεν εξελίσσεται ανάμεσα σε δύο πρόσωπα, αλλά σε δύο κόμματα.
Ως φορείς ιδεών και πολιτικής, ιστορικού βιώματος και προϋπηρεσίας στον δημόσιο βίο, αποθέματος μνήμης και συναισθήματος στο συλλογικό υποσυνείδητο, διαχρονικής σχέσης με την πλειοψηφική Δημοκρατική Παράταξη. Και σ’ αυτά, το πολυκαιρισμένο ΠΑΣΟΚ υπερτερεί συντριπτικά έναντι της νεόκοπης Νέας Αριστεράς.
Το κόμμα που ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου και άλλαξε την πορεία της χώρας εξακολουθεί να έχει στο DNA τα στοιχεία που το ταυτίζουν με τα μεγάλα παραταξιακά ορόσημα, βαθιές ρίζες στην κοινωνία και πλεονεκτεί έναντι ενός προσωποπαγούς κόμματος, με ομιχλώδη ταυτότητα.
Τα όρια της Νέας Αριστεράς
Η Νέα Αριστερά υστερεί έναντι του ΠΑΣΟΚ σε συγκεκριμένα πεδία. Δεν διαθέτει ιστορικό βάθος και δεν κατάφερε να εμφανιστεί ως «νέο», αρχίζοντας από την ίδια την ηγεσία της – που είναι παλιά, γνωστή και μη εξαιρετέα – με ισοζύγιο που είχε την ευκαιρία να γίνει δεκτή ως θετική και δεν το κατάφερε…
Η Νέα Αριστερά αναζητά νέες μεθόδους, αλλά δεν έχει νέες αντιλήψεις και πολιτικές. Ούτε καν διαθέτει, ακόμη τουλάχιστον, δομή κόμματος, πέραν των διορισμένων οργάνων, με τη στελεχοποίηση κυρίως παλαιών μικρομεσαίων παραγόντων του ΣΥΡΙΖΑ. Στην εικόνα της κυριαρχούν εναργώς, όσα και όσοι ο Τσίπρας προσπαθεί να διαγράψει από το παρελθόν του. Αντίθετα, στην πινακοθήκη του ΠΑΣΟΚ υπάρχουν βαριά πολιτικά ονόματα. Η απόπειρα του ιδρυτή της Νέας Αριστεράς να οικειοποιηθεί εκτός από την κληρονομιά και το ύφος του Ανδρέα Παπανδρέου, με αντίστοιχες ψιμυθιώσεις, εκλαμβάνεται ως πολιτική ελαφρότητα και οπορτουνισμός.
Η κοινωνική παρουσία του ΠΑΣΟΚ
Απέναντι στην αγχωμένη Νέα Αριστερά του Τσίπρα υπερέχει το ΠΑΣΟΚ του… ΠΑΣΟΚ, ανεξαρτήτως ηγεσίας. Ειδικά όσο το κέντρο βάρους της πολιτικής απομακρύνεται από τα εκλογικά αποτελέσματα που παρήγαγε η ολέθρια παρουσία του Γιώργου Παπανδρέου στην ηγεσία του κόμματος και στην κυβέρνηση.
Παρά τα χαμηλά ποσοστά των τελευταίων ετών, το ΠΑΣΟΚ δεν έχασε ποτέ την ορατή παρουσία του σε μαζικές κοινωνικές διεργασίες. Υπάρχει στην Αυτοδιοίκηση, τον συνδικαλισμό, τον αγροτικό κόσμο, τη μεσαία τάξη. Ακόμη και στη νεολαία. Στις φοιτητικές εκλογές η παράταξη του Τσίπρα κατατάσσεται μονίμως… τελευταία. Όσο και το κόμμα του, που είναι ανύπαρκτο στον μαζικό χώρο. Η στελεχιακή δεξαμενή του ΠΑΣΟΚ υπερβαίνει, τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά, τις δυνατότητες της Νέας Αριστεράς. Αν εξαιρεθούν κάποιοι παράγοντες της Χαριλάου Τρικούπη που αλληθωρίζουν με επιπολαιότητα ή σκιάζουν την εικόνα του κόμματος με το διάστικτο παρελθόν τους, στη βάση του υπάρχει σημαντικός στελεχιακός πλούτος. Με πρόσωπα που ενστερνίζονται τις ιδρυτικές αξίες του ΠΑΣΟΚ, έχουν ισχυρές εμπειρίες από τη διαδρομή του και επάρκειες, αν κριθούν από τα ατομικά και τα πολιτικά τους βιογραφικά.
Το πραγματικό διακύβευμα της κάλπης
Ένα δραστικό επιχείρημα υπέρ του ΠΑΣΟΚ είναι το αληθές νόημα της επικείμενης ψήφου: Οι προοδευτικοί πολίτες θα πάνε στην κάλπη με επίγνωση ότι δεν επιλέγουν κυβέρνηση και πρωθυπουργό, αλλά αξιωματική αντιπολίτευση.
Με βάση όσα προαναφέρθηκαν, υπάρχουν πολλοί λόγοι να θέλουν σε αυτόν τον ρόλο το ΠΑΣΟΚ. Με τον Ανδρουλάκη –ή ακόμη και με άλλον στη θέση του– το ίδιο κάνει. Τίποτα αντίστοιχο δεν τους οδηγεί στην Νέα Αριστερά. Άλλωστε, ο Τσίπρας είχε ήδη αυτόν τον ρόλο και τον εγκατέλειψε. Και χωρίς αυτόν δεν θα υπήρχε το σημερινό του κόμμα, όπως δεν υπάρχει και το προηγούμενο. Αντίθετα, το ΠΑΣΟΚ μπορεί να αλλάξει ηγεσία, αλλά θα συνεχίσει την πορεία του. Οι ανοησίες «έχει κλείσει τον κύκλο του» έχουν ήδη κριθεί ως αναντίστοιχες με το λαϊκό φρόνημα απέναντι σε ό,τι εκπροσωπεί. Η διαδρομή του μετά τον ιδρυτή του είναι κινητήρια δύναμη που υπερβαίνει την εκάστοτε ηγεσία του.
Η Νέα Αριστερά και οι αντιφάσεις της
Στην Νέα Αριστερά δεν υπάρχει τίποτε πέρα από το όριο της προσωπικής ακτινοβολίας του Τσίπρα, που δεν διατηρεί πλέον το παλαιό βεληνεκές της. Αντίθετα, η εμφανής συναλλαγή του με το κατεστημένο και τμήμα της, παλαιάς και νεότερης, «διαπλοκής», όσο του εξασφαλίζουν την –μάλλον προσωρινή– υπστήριξη οικονομικών και μιντιακών κέντρων εξουσίας, τόσο καθιστούν αμφίβολη την πορεία του.
Επιπλέον, όσο στον παλαιό ΣΥΡΙΖΑ έλειπαν οι αρχές, τόσο στη νέα Νέα Αριστερά περισσεύει ο ερασιτεχνισμός. Τα παραδείγματα είναι πολλά.
Η άκομψη και αντικοινοβουλευτική εγκατάλειψη της Βουλής από τον Τσίπρα. Η εγωκεντρική αυτοπαρουσίασή του, από την «Ιθάκη» μέχρι τις συνεντεύξεις του και τα πρώτα δείγματα γραφής του νέου εγχειρήματος. Το φιάσκο με τα ΑΕΙ – όπου εμφανίζεται ταυτόχρονα υπέρ του άρθρου 16 και υπέρ των ιδιωτικών πανεπιστημίων – και την Αυτοδιοίκηση, με την εξαγγελία διάσπασης Δήμων προτού ερωτηθούν οι δημότες τους. Οι αλαλούμ εμφανίσεις εκπροσώπων της Νέας Αριστεράς στα ΜΜΕ. Κακά τα ψέματα: άλλο η δομημένη παρουσία του Τσουκαλά και άλλο η προχειρολογία της Κουφονικολάκου – προβάλλει ως ιδεολογικά πρότυπα του κόμματος τον Σάντερς και τον Μαμντάνι, συλλαμβάνει τον Νετανιάχου και αντιλαμβάνεται την πολιτική κατάσταση ως παρθενογένεση.
Τελευταίο ατύχημα: Η Νέα Αριστερά, επικρίνοντας ορθά την υποχρέωση του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ στις τράπεζες – που τελικά θα βαρύνει τον ελληνικό λαό – αντί να απαντήσει στο ερώτημα για τη δική της χρηματοδότηση, κατέθεσε πρόγραμμα… εξυγίανσης των κομμάτων που έχουν χρέη. Με –αν είναι δυνατόν– παρακράτηση του 80% της κρατικής χρηματοδότησης και του 50% της αποζημίωσης των βουλευτών και των αιρετών που έχουν εκλεγεί με την υποστήριξή τους. Αγνοούν το Σύνταγμα ή απλώς υιοθετούν οποιαδήποτε παλαβομάρα προκύψει από τον άξονα των θεωρητικών τους, Μαραντζίδη – Σιακαντάρη;
Συμπέρασμα: Κάνουν λάθος όσοι νομίζουν ότι το εκλογικό αποτέλεσμα ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και την Νέα Αριστερά θα κριθεί από τις εφήμερες δημοσκοπικές προβλέψεις και όχι από τις πραγματικές δυνατότητες και αληθή πολιτικά χαρακτηριστικά της κάθε πλευράς. Οι δημοσκοπήσεις, όπως και οι ηγεσίες παρέρχονται – μαζί με τα εκλογικά αποτελέσματα – τα κόμματα πραγματικής λαϊκής βάσης μένουν. Και η …«αρχιτεκτονική της κάλπης» οδηγεί σε κάποια συμπεράσματα.
Στις επόμενες εκλογές η Νέα Αριστερά θα κινηθεί ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και το ΚΚΕ – και αναγκαστικά ό,τι υπάρχει εκεί θα το μοιραστεί με άλλους πέντε, μεταξύ των οποίων και ο ΣΥΡΙΖΑ. Το ΠΑΣΟΚ πέραν της κεκτημένης επιρροής του, επιδιώκει διείσδυση και σε αυτόν τον χώρο αλλά και προς ό,τι υπάρχει ανάμεσα στο ίδιο και τη ΝΔ. Εν κατακλείδι. Επειδή η παράταξη δυνάμεων, δεν θα είναι Ανδρουλάκης – Τσίπρας, αλλά ΠΑΣΟΚ – Νέα Αριστερά, τις λιγότερες πιθανότητες να χάσουν τα λεφτά τους έχουν όσοι θα στοιχηματίσουν στο κόμμα που αντέχει – όπως η ΝΔ και το ΚΚΕ – για περισσότερο από μισό αιώνα, ως ένας από τους πυλώνες της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας.
Υ.Γ.: Κλείνοντας ας μου επιτραπεί μια προσωπική ανάμνηση. Στο εξατάξιο Γυμνάσιο Αρρένων της Άρτας, ο εξαίρετος καθηγητής μου στη Φυσική Πέτρος Σαπρίκης μου έλεγε: «Θα σου βάλω εγώ ένα 13 και άντε να μπορέσεις εσύ να μείνεις». Μετάφραση: Όσο αδύναμη και αν είναι η ηγεσία Ανδρουλάκη – και όσα και αν βαρύνουν κάποιους και κάποιες στη σημερινή ηγετική ομάδα – οι πολίτες που αυτοτοποθετούνται στη Δημοκρατική παράταξη στις εκλογές, θα βάλουν στο ΠΑΣΟΚ τέτοιο βαθμό, που δεν θα μπορεί να το συναγωνιστεί η Νέα Αριστερά. Για έναν απλό λόγο: Το ΠΑΣΟΚ είναι συλλογική ιστορική υπόθεση μιας Παράταξης και έχει σύμμαχο τον χρόνο, ενώ η Νέα Αριστερά είναι εφήμερη επιδίωξη ενός προσώπου, που απέτυχε να γίνει Παπανδρέου και καταλήγει Ζαχαριάδης…
