Παυλόπουλος: Η κατάχρηση της Εθνικής Ασφάλειας ως αιτία του σκανδάλου υποκλοπών

Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Προκόπιος Παυλόπουλος, παρενέβη κατά την παρουσίαση της μονογραφίας της κας Αικατερίνας Παπανικολάου, με τίτλο «Επικοινωνιακό απόρρητο και Εθνική Ασφάλεια» (εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα 2025). Κατά την ομιλία του, ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής:

«Η παρατεταμένη και πλήρως τεκμηριωμένη, τόσο θεωρητικά όσο και νομολογιακά, μονογραφία της κας Αικατερίνας Παπανικολάου, με τίτλο «Επικοινωνιακό απόρρητο και Εθνική Ασφάλεια», αποτελεί αναμφίβολα την πλέον ολοκληρωμένη σύγχρονη μελέτη αναφορικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 του Συντάγματος, οι οποίες κατοχυρώνουν την ανεμπόδιστη άσκηση του θεμελιώδους δικαιώματος προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών.

Ι. Ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της μελέτης της κας Αικατερίνας Παπανικολάου είναι ότι προσεγγίζει την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 του Συντάγματος με μια νομική μέθοδο, η οποία είναι ιδιαιτέρως σύμφωνη με το γράμμα και το πνεύμα τους. Συγκεκριμένα, η μέθοδος αυτή επιτρέπει την κατανόηση του πώς και σε ποιο βαθμό η ρυθμιστική ιδιοσυστασία του κανονιστικού πλαισίου του εν λόγω άρθρου συμπυκνώνει πολλά από τα ουσιώδη ερμηνευτικά προβλήματα και διλήμματα της θεωρίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων γενικότερα.

Α. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η συγκεκριμένη ερμηνευτική προσπάθεια κατευθύνεται με μεθοδολογική συνέπεια στην, σαφώς ευρύτερη, αναζήτηση όχι μόνο των καίριων θεσμικών παραμέτρων της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας ως εγγύησης της Ελευθερίας μέσω της ανεμπόδιστης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά και των αιτίων της σύγχρονης κρίσης που διατρέχει το θεσμικό της οικοδόμημα. Αυτή η κρίση έχει αποκτήσει πλέον διεθνείς διαστάσεις και εντοπίζεται, κυρίως, στη δραματική συρρίκνωση της εμβέλειας των θεσμικών αντιβάρων που άλλοτε αποτελούσαν την κορωνίδα της υπεροχής της έναντι κάθε άλλου συστήματος πολιτειακής οργάνωσης.

Β. Το προαναφερθέν πλεονέκτημα της μελέτης της κας Αικατερίνας Παπανικολάου θεμελιώνεται τουλάχιστον διττώς: Πρώτον, θεμελιώνεται μέσω της ερμηνευτικής προσέγγισης των διατάξεων του άρθρου 19 του Συντάγματος και εντός του ρυθμιστικού πεδίου του Διεθνούς Δικαίου καθώς και του Ευρωπαϊκού Δικαίου, προεχόντως μέσω των οικείων διατάξεων από τη μία πλευρά της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και, από την άλλη πλευρά, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεύτερον, θεμελιώνεται μέσω της αντικειμενικής και δίχως κενά αναφοράς στα δεδομένα του, εν εξελίξει ακόμη, σκανδάλου των υποκλοπών στη Χώρα μας, το οποίο δοκίμασε και δοκιμάζει πολλαπλώς και επικινδύνως τις κανονιστικές αντοχές του Συντάγματος, και κυρίως τις κανονιστικές αντοχές των θεμελιωδών αρχών της Διάκρισης των Εξουσιών και του Κράτους Δικαίου.

ΙΙ. Ειδικότερα, η κα Αικατερίνα Παπανικολάου ερευνά τις σύγχρονες «περιπέτειες» της ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 19 του Συντάγματος, αναφορικά με την κατοχύρωση του απορρήτου των επικοινωνιών, υπό το πρίσμα της περιοριστικής ρήτρας της Εθνικής Ασφάλειας.

Α. Υπό τα δεδομένα αυτά, οδηγείται στο συμπέρασμα ότι η προμνημονευόμενη ερμηνεία και εφαρμογή των εγγυήσεων του άρθρου 19 του Συντάγματος νοείται, ιδίως κατά την τελεολογική ερμηνεία τους, μόνο με πλήρη αξιοποίηση των αντίστοιχων εγγυήσεων των αρχών της Διάκρισης των Εξουσιών και του Κράτους Δικαίου. Αυτό συνάγεται διότι μόνο με τη συνδρομή των εγγυήσεων αυτών καθίσταται εφικτή η πρόσφορη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία η στενή ερμηνεία της αόριστης νομικής έννοιας της Εθνικής Ασφάλειας είναι αυτή που διασφαλίζει τον πυρήνα του θεμελιώδους δικαιώματος προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών. Ωστόσο, μία τέτοια διασφάλιση συντρέχει αποκλειστικά και μόνο όταν η εκ μέρους της Εκτελεστικής Εξουσίας in concreto αντιμετώπιση της Εθνικής Ασφάλειας τελεί υπό την απαρέγκλιτη προϋπόθεση του σεβασμού, εκ μέρους της, της αρχής του Κράτους Δικαίου, φυσικά με την κατάλληλη και έγκαιρη θέση σε λειτουργία του κυρωτικού μηχανισμού των αρμόδιων δικαιοδοτικών οργάνων της Δικαστικής Εξουσίας. Συμπερασματικά: Στο κανονιστικό πλαίσιο του άρθρου 19 του Συντάγματος, sedes materiae της ερμηνείας και εφαρμογής του πρέπει να είναι η προστασία της ανεμπόδιστης άσκησης του δικαιώματος του απορρήτου των επικοινωνιών, οπότε η επίκληση της αόριστης νομικής έννοιας της Εθνικής Ασφάλειας δεν μπορεί, κατ’ ουδένα τρόπο, να θίξει τον πυρήνα του. Και το ερμηνευτικό αυτό πρόταγμα πρέπει να αποτελεί τον οδηγό των εχόντων κατά περίπτωση δικαιοδοσία οργάνων της Δικαστικής Εξουσίας, όταν τίθεται ενώπιόν τους το ζήτημα των προβλεπόμενων κυρώσεων εξαιτίας των αντίστοιχων παραβάσεων των οργάνων της Εκτελεστικής Εξουσίας.

Β. Αξιοποιώντας τα ερμηνευτικά αυτά εφόδια κατά την, αυστηρώς επιστημονική και αναλόγως τεκμηριωμένη, έρευνα των επιμέρους πτυχών του μέχρι τούδε εξελισσόμενου σκανδάλου των υποκλοπών, η κα Αικατερίνα Παπανικολάου ξεκινάει από την «ρίζα του κακού» η οποία αποτελεί τη βασική αιτία για την κατάδηλη εκτροπή των κατά περίπτωση αρμόδιων κρατικών οργάνων σε ό,τι αφορά την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 του Συντάγματος εν προκειμένω. Με άλλα λόγια, το διαβόητο πλέον σκάνδαλο των υποκλοπών, μια χαίνουσα πληγή στην καρδιά του Κράτους Δικαίου που εκθέτει το κύρος της Χώρας και διεθνώς, οφείλεται στο ότι τα αρμόδια όργανα της Εκτελεστικής Εξουσίας, δυστυχώς με την ανοχή ορισμένων εκ των εχόντων την σχετική δικαιοδοσία οργάνων της Δικαστικής Εξουσίας, ερμήνευσαν και ερμηνεύουν τις διατάξεις του άρθρου 19 του Συντάγματος ως εάν το προστατευόμενο έννομο αγαθό σε αυτό το ρυθμιστικό πλαίσιο εντοπίζεται πρωτίστως στην Εθνική Ασφάλεια. Και όχι στην προστασία του δικαιώματος θωράκισης του απορρήτου των επικοινωνιών, όπου βεβαίως η ρήτρα της Εθνικής Ασφάλειας λειτουργεί, κατ’ αποτέλεσμα, αποκλειστικώς ως μέσο αποτροπής ενδεχόμενης καταχρηστικής, lato sensu, άσκησης του δικαιώματος τούτου.

Ο, εκτός των άλλων, παραστατικά γλαφυρός τρόπος με τον οποίο η κα Αικατερίνα Παπανικολάου αντιμετωπίζει εν τέλει, με έκδηλη τη μελαγχολία του υπεύθυνου πολίτη και νομικού, τη δραματική «σύμπλευση» Εκτελεστικής Εξουσίας και, έστω και εν μέρει, Δικαστικής Εξουσίας για να φτάσουμε στο σκάνδαλο των υποκλοπών, επιτρέπει, επιπλέον, να καταδειχθεί και σε ποιες ολισθηρές ατραπούς ωθούνται οι θεσμοί της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας στη Χώρα μας, όταν μάλιστα τα διακυβεύματα της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας απειλούνται προφανώς, και δη πολλαπλώς. Φυσικά, τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών –για να μην παρεξηγηθώ περισσότερο από τους «πρόθυμους» υποστηρικτές του ότι το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν είναι ούτε πρωτόγνωρο ούτε a priori καταδικαστέο θεσμικώς– ας αναλογιστούμε ότι τέτοιας μορφής εκτροπές όχι μόνο ροκανίζουν βασανιστικά τα θεμέλια της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, αλλά και παραπέμπουν σε εποχές –ας μην βιαστούμε να τις χαρακτηρίσουμε άπαξ διά παντός παρωχημένες– και ανάλογες απρόσωπες τυραννικές εξουσίες που θυμίζουν Κάφκα, ιδίως στην «Δίκη» και στον «Πύργο», ή και την ταινία (2006) του Φλόριαν-Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ «Οι ζωές των άλλων», η πλοκή της οποίας ανατρέχει στο Ανατολικό Βερολίνο του 1984.