Στη Φρανκφούρτη, στο πλαίσιο του 4ου Συνεδρίου Χρηματοπιστωτικών Αγορών της Deutsche Bundesbank, πραγματοποιήθηκε σήμερα συζήτηση μεταξύ του υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και προέδρου του Eurogroup, Κυριάκου Πιερρακάκη, και του Προέδρου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Γερμανίας (Deutsche Bundesbank), καθηγητή Δρ. Γιοακίμ Νάγκελ.
Το θέμα της εκδήλωσης ήταν «Ευκαιρίες για την Ευρώπη σε μια νέα παγκόσμια τάξη». Ο κ. Πιερρακάκης έκανε την ακόλουθη τοποθέτηση:
Η πρόκληση για την Ευρώπη είναι η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων, όχι η διάγνωση
«Σε ό,τι αφορά στην ερώτησή σας, η πρόκληση είναι η υλοποίηση, όχι η διάγνωση. Ο Ενρίκο Λέτα, που βρέθηκε νωρίτερα εδώ, έχει συντάξει μια εξαιρετική έκθεση. Ο Μάριο Ντράγκι έχει συντάξει επίσης μια εξαιρετική έκθεση. Γνωρίζουμε, σε γενικές γραμμές, τι πρέπει να κάνουμε. Η πρόκληση για τη σημερινή γενιά των υπευθύνων χάραξης πολιτικής είναι να υλοποιήσει τη σειρά μεταρρυθμίσεων και πολιτικών που συζητάμε στην Ευρώπη εδώ και πάρα πολύ καιρό.
Με ρωτούν συχνά- και, κατά έναν περίεργο τρόπο, ιδιαίτερα στη Γερμανία- τι συμβουλές μπορεί να δώσει η Ελλάδα ή ποια συνταγή πολιτικής μπορεί να προτείνει, με βάση όσα βίωσε κατά τη χαμένη δεκαετία της κρίσης. Η απάντησή μου είναι ότι συνήθως δεν υπάρχουν έτοιμες συνταγές. Δεν μου αρέσει ιδιαίτερα αυτή η προσέγγιση. Στην πολιτική υπάρχει μόνο έμπνευση. Αν, όμως, υπάρχει ένα κοινό στοιχείο ανάμεσα στην ελληνική και την ευρωπαϊκή εμπειρία, θα έλεγα ότι είναι το εξής: στην Ελλάδα συζητούσαμε επί δεκαετίες συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις. Ήταν αυτονόητο, γνωρίζαμε τι έπρεπε να κάνουμε. Γνωρίζαμε ότι χρειαζόμασταν μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και στο συνταξιοδοτικό, ότι έπρεπε να βάλουμε σε τάξη τα δημόσια οικονομικά μας, να αντιμετωπίσουμε τη φοροδιαφυγή και να προχωρήσουμε σε μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση και την υγεία. Όταν υπάρχει κάτι προφανές που γνωρίζεις ότι πρέπει να κάνεις, αλλά δεν το έχεις κάνει για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, ιδιαίτερα σε περιόδους αβεβαιότητας, τότε μπορείς να αποκομίσεις αυτό που θα αποκαλούσα, αν μου επιτρέπετε τον όρο, ένα «μέρισμα του προφανούς».
Για την Ευρώπη, αυτά τα αυτονόητα είναι η Ένωση Κεφαλαιαγορών, η Τραπεζική Ένωση, η Ενεργειακή Ένωση- αν μπορώ να τη χαρακτηρίσω έτσι-, η ενίσχυση της παραγωγικότητάς μας και, κυρίως, η διαμόρφωση μιας συγκεκριμένης πολιτικής ή ενός συγκεκριμένου δόγματος για την τεχνολογία, που θα λειτουργεί ως πυξίδα στις συζητήσεις μας μέσα στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον. Γιατί, πολύ απλά, το πλαίσιο έχει αλλάξει. Η εποχή της γεωπολιτικής αθωότητας έχει τελειώσει για την Ευρώπη. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με δύο πολέμους που εξελίσσονται ταυτόχρονα και μας επηρεάζουν άμεσα. Αντιμετωπίζουμε ενεργειακή κρίση. Αντιμετωπίζουμε προκλήσεις στις αγορές ομολόγων. Όλα αυτά απαιτούν συγκεκριμένες απαντήσεις σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να φέρουμε αποτελέσματα και στο μέτωπο των μεταρρυθμίσεων. Επομένως, αυτή τη στιγμή, η απάντηση είναι μία: υλοποίηση».
Η Ευρώπη προχωρά, αλλά χρειάζεται να επιταχύνει
«Πιστεύω ότι προχωράμε και παράγουμε αποτελέσματα. Δεν είναι ένα ερώτημα που μπορεί να απαντηθεί με ένα «ναι» ή ένα «όχι». Γιατί, εάν το ερώτημα είναι κατά πόσο έχουμε πετύχει το 100% όσων πρέπει να γίνουν, τότε προφανώς η απάντηση είναι ότι δεν έχουμε φτάσει στο 100%. Το ζήτημα είναι πόση απόσταση μπορούμε να καλύψουμε. Για να χρησιμοποιήσω μια αθλητική ορολογία, αυτή τη στιγμή καλύπτουμε απόσταση. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στην Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, τις πρωτοβουλίες της ιρλανδικής προεδρίας για θέματα ολοκλήρωσης και εποπτείας της αγοράς MISP (Market Integration and Supervision Package), τις συζητήσεις που πραγματοποιήθηκαν κατόπιν πρωτοβουλίας ομάδας χωρών E6 ειδικά για το MISP, καθώς και το πολιτικό χρονοδιάγραμμα που έχει θέσει η Προεδρία για να υπάρξει συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Υπάρχει πρόοδος στην πράξη. Η πρόκληση είναι εάν μπορούμε να προχωρήσουμε ταυτόχρονα σε όλα τα μέτωπα. Γιατί δεν πρόκειται μόνο για το MISP. Πρόκειται επίσης για τις τράπεζες, την Τραπεζική Ένωση και την τραπεζική ενοποίηση στην Ευρώπη- και, ειδικά εδώ, στην Bundesbank, θεωρώ ότι πρέπει να το υπογραμμίσω. Πρόκειται επίσης για την ενέργεια, για την τεχνολογία, για την παραγωγικότητα. Και φυσικά για την άμυνα. Γιατί, ειδικά, όσον αφορά στην άμυνα, έχει ενδιαφέρον ότι οι υπουργοί Οικονομικών διευρύνουν πλέον το πεδίο των θεμάτων που συζητούν. Γινόμαστε, κατά κάποιον τρόπο, αυτό που στα αγγλικά αποκαλούν «jacks of all trades» (πολυτεχνίτες), δηλαδή καλούμαστε να ασχολούμαστε με πολλά και διαφορετικά πεδία. Αλλά αυτό είναι αναγκαίο. Γιατί, στο τέλος της ημέρας, οι αποφάσεις για την άμυνα, την ενέργεια και την τεχνολογία επηρεάζουν τους προϋπολογισμούς μας και επηρεάζουν τις οικονομικές μας πολιτικές. Οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να προχωρούν ταυτόχρονα. Επομένως, η απάντηση είναι ναι, η αλλαγή συντελείται. Η πρόκληση δεν είναι απλώς να πούμε «ας το κάνουμε». Είναι να το κάνουμε με ταχύτερο ρυθμό».
Η απλοποίηση δεν σημαίνει απορρύθμιση- η Ευρώπη μπορεί να μειώσει τη γραφειοκρατία
«Εάν ρωτήσετε τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, νομίζω ότι το 61% απαντά ότι η πρόσθετη γραφειοκρατία αποτελεί εμπόδιο στις επενδύσεις τους. Επομένως, σε αυτό συμφωνούμε όλοι. Στην Ελλάδα είχαμε μια πολύ ενδιαφέρουσα εμπειρία σε αυτό το πεδίο, όπως γνωρίζει και ο πρόεδρος. Η ιδέα ήταν να χαρτογραφήσουμε όλες τις συναλλαγές ενός πολίτη ή μιας επιχείρησης με το κράτος: από τη γέννηση ενός παιδιού έως την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου και από τη σύσταση μιας εταιρείας έως το τέλος της λειτουργίας της. Χαρτογραφήσαμε όλα αυτά τα γεγονότα ζωής και τα βήματα που απαιτούσε καθένα από αυτά. Και σε όλα αυτά τα βήματα, συνυπήρχαν απαιτήσεις που προέρχονταν τόσο από την ευρωπαϊκή όσο και από την ελληνική νομοθεσία.
Στην Εσθονία, για παράδειγμα, που είναι ένα πλήρως ψηφιοποιημένο κράτος, πολλές από αυτές τις διαδικασίες ολοκληρώνονται σε ένα μόνο βήμα. Μπαίνεις στην πλατφόρμα και εξυπηρετείσαι από το κράτος. Στην Ελλάδα, όταν γεννιόταν ένα παιδί, απαιτούνταν πέντε διαφορετικά βήματα. Όταν έχανες έναν δικό σου άνθρωπο, απαιτούνταν περισσότερα από δέκα βήματα σε διαφορετικές δημόσιες υπηρεσίες. Φανταστείτε, λοιπόν, την αντίστοιχη γραφειοκρατία για τις επιχειρήσεις. Γι’ αυτό ξεκινήσαμε ταυτόχρονα την απλοποίηση και την ψηφιοποίηση των διαδικασιών.
Για ένα ομοσπονδιακό σύστημα όπως της Γερμανίας, η πρόκληση είναι ευρύτερη λόγω της ίδιας της δομής διακυβέρνησης. Θα έλεγα, όμως, ότι η Ευρώπη χρειάζεται να κάνει μια αντίστοιχη άσκηση. Αυτή ακριβώς η λογική βρίσκεται στον πυρήνα του 28ου καθεστώτος. Η ιδέα είναι να έχουμε ένα απλούστερο πλαίσιο κανόνων, το οποίο θα λειτουργεί ως βάση, ώστε οι διαδικασίες να κινούνται ταχύτερα σε ολόκληρη την Ευρώπη: από τη διευκόλυνση των διασυνοριακών συγχωνεύσεων και εξαγορών έως, πολύ απλά, την καθημερινή δραστηριοποίηση ενός πολίτη ή ενός εργαζομένου στην Ευρώπη. Έχουν γίνει πολλά σε επιμέρους εθνικές αγορές και σε ορισμένα κράτη μέλη.
Pιστεύω ότι η Ελλάδα έχει κάνει σημαντικά βήματα σε αυτόν τον τομέα. Η δημιουργία της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης του Δημοσίου στην Ελλάδα, του gov.gr, σύμφωνα με δημοσκόπηση που είδα, θεωρείται η δεύτερη δημοφιλέστερη μεταρρύθμιση στην ιστορία της χώρας μετά τη δημιουργία του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Όταν, λοιπόν, ξεκινάς από ένα περιβάλλον με έντονη γραφειοκρατία και αρχίζεις να απλοποιείς και να ψηφιοποιείς τις διαδικασίες, μειώνεις τα διοικητικά βάρη για τις επιχειρήσεις, κάνεις ευκολότερη την καθημερινότητα των πολιτών και, όπως αποδεικνύεται, αυτή είναι μια εξαιρετικά δημοφιλής μεταρρύθμιση.
Υπάρχει, επομένως, ένα δίδαγμα από την ελληνική εμπειρία. Ωστόσο, ένα σημαντικό μέρος αυτών των κανόνων προερχόταν από το ευρωπαϊκό επίπεδο. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι εάν μπορούμε να προχωρήσουμε στην ίδια απλοποίηση και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Μπορούμε να απλοποιήσουμε τους κανόνες; Μέρος της συζήτησης για τις τράπεζες αφορά ακριβώς στην απλοποίηση και υπάρχει ευρεία συμφωνία μεταξύ των κρατών μελών ότι πρέπει να προχωρήσουμε προς αυτή την κατεύθυνση. Απλοποίηση δεν σημαίνει απορρύθμιση. Σημαίνει απλώς να κάνουμε τους κανόνες ευκολότερους στην εφαρμογή και πιο λειτουργικούς. Σε αυτό το μέτωπο πιστεύω ότι θα υπάρξει πρόοδος.
Υπάρχει όμως και ένα ακόμη βασικό δίδαγμα, με το οποίο θα ήθελα να κλείσω. Δεν πρόκειται για την τεχνολογία. Δημιουργήσαμε στην Ελλάδα ένα υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, αλλά το βασικό δίδαγμα είναι ότι το ψηφιακό κράτος δεν αφορά την ίδια την ψηφιοποίηση. Αφορά την εξυπηρέτηση του πολίτη και τη δημιουργία μιας δημόσιας διοίκησης με επίκεντρο τον πολίτη.
Σε καμία χώρα της Ευρώπης η δημόσια διοίκηση δεν σχεδιάστηκε εξαρχής με επίκεντρο τον πολίτη. Υπάρχει, βεβαίως, η εξαίρεση της Εσθονίας. Γενικότερα, όμως, τα κράτη δεν σχεδιάστηκαν ποτέ ως ενιαία συστήματα. Διαμορφώθηκαν σταδιακά, μέσα από τη συσσώρευση κανόνων σε διαφορετικούς τομείς πολιτικής, και γι’ αυτό καταλήξαμε σε αυτόν τον τεράστιο όγκο κανόνων.
Όταν, λοιπόν, απλοποιούμε αυτούς τους κανόνες, τους κάνουμε πιο λειτουργικούς και στη συνέχεια τους ψηφιοποιούμε, χρησιμοποιώντας την τεχνολογία ως εργαλείο. Εάν αρχίσουμε να σκεφτόμαστε με αυτόν τον τρόπο στα δημόσια οικονομικά, στην υγεία και στην εκπαίδευση, οι δυνατότητες για τον πολίτη είναι τεράστιες. Πρόκειται για μια πολύ θετική μεταρρύθμιση, γύρω από την οποία μπορούν να συγκλίνουν πολιτικές δυνάμεις από όλο το φάσμα, και πιστεύω ότι η Ευρώπη πρέπει να την υλοποιήσει. Είναι μια μεταρρύθμιση που μπορεί πράγματι να γίνει πράξη, αρκεί να την προσεγγίσουμε με τη λογική του μηχανικού: να εντοπίσουμε το πρόβλημα, να απλοποιήσουμε τη διαδικασία και να σχεδιάσουμε τη λύση».
Το ψηφιακό ευρώ στον πυρήνα της ευρωπαϊκής χρηματοοικονομικής κυριαρχίας
«Συνολικά, πιστεύω ότι η λέξη- κλειδί είναι η ανθεκτικότητα. Όταν μιλάμε για την ψηφιακή μετάβαση και τις ψηφιακές πληρωμές, συνήθως σκεφτόμαστε με όρους ευρωπαϊκής κυριαρχίας. Και η κυριαρχία είναι, εξ ορισμού, υπαρξιακό ζήτημα για εμάς ως Ευρωπαίους. Χρειαζόμαστε μια ευρωπαϊκή αντίληψη περί κυριαρχίας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Το ψηφιακό ευρώ είναι ένα εγχείρημα που θα μας οδηγήσει προς αυτή την κατεύθυνση. Πρέπει να ενισχύσουμε τις σχετικές υποδομές και να υιοθετήσουμε αυτή τη λογική.
Στην πραγματικότητα, η Ευρώπη έχει επιλέξει μια ενδιάμεση οδό σε σχέση με την Κίνα και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η επιλογή δεν ήταν η δημιουργία ενός ψηφιακού δολαρίου. Η καινοτομία αναπτύσσεται γύρω από το δολάριο, μέσω των stablecoins και της ψηφιοποίησης του συστήματος. Η Κίνα, από την άλλη πλευρά, επέλεξε την πλήρη ψηφιοποίηση του νομίσματός της, χωρίς όμως να επιτρέπει την ανάπτυξη ιδιωτικής καινοτομίας γύρω από αυτό. Η Ευρώπη επιχειρεί να συνδυάσει και τα δύο. Το ψηφιακό ευρώ αποτελεί το κεντρικό εγχείρημα, ενώ παράλληλα διαθέτουμε τον κανονισμό MiCA, ο οποίος επιτρέπει την ανάπτυξη ιδιωτικής καινοτομίας και λύσεων πληρωμών γύρω από τον πυρήνα της δημόσιας υποδομής.
Pιστεύω ότι αυτή η διττή προσέγγιση είναι η βέλτιστη. Ωστόσο, το βασικό στοιχείο της στρατηγικής είναι και πρέπει να παραμείνει το ψηφιακό ευρώ. Από τη στιγμή, όμως, που μιλάμε για την ανθεκτικότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα, η συζήτηση αποκτά αναπόφευκτα και τεχνολογική διάσταση.
Στον τομέα της τεχνολογίας πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε συνολικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την κυριαρχία. Είτε μιλάμε για την άμυνα, είτε για την ενέργεια, είτε για την τεχνολογία, είτε για τις πληρωμές. Και εδώ υπάρχει μια σημαντική διάκριση: κυριαρχία δεν σημαίνει αυτονομία. Η αυτονομία είναι μόνο η μία από τις δύο διαστάσεις της κυριαρχίας. Η άλλη είναι ο έλεγχος. Δημιουργήσαμε το ευρωπαϊκό εγχείρημα παραχωρώντας ορισμένα στοιχεία της αυτονομίας μας, προκειμένου να αποκτήσουμε μεγαλύτερο έλεγχο σε άλλα πεδία. Μας καθιστά αυτό στην πράξη λιγότερο κυρίαρχους; Όχι. Στην πραγματικότητα, μέσα από αυτή τη διαδικασία αποκτούμε μεγαλύτερη ικανότητα δράσης.
Ειδικά στην τεχνολογία, πρέπει να αναπτύξουμε μια στρατηγική που θα αποτρέπει σχέσεις ασύμμετρης αλληλεξάρτησης με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα και να ενισχύσουμε τις δικές μας δυνατότητες στους τομείς όπου μπορούμε και όπου είναι αναγκαίο να το κάνουμε. Σε ορισμένους τομείς, όπως ο χρηματοπιστωτικός, πρέπει να διατηρούμε έναν πυρήνα ιδιοκτησίας, αυτονομίας και ελέγχου.
Σε άλλους τομείς πρέπει να είμαστε περισσότερο ευέλικτοι. Πρέπει να αναγνωρίζουμε πού διαθέτουμε πραγματικές δυνατότητες και να πραγματοποιούμε στρατηγικές επενδύσεις εκεί όπου έχουμε ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και ερευνητικά κέντρα που βρίσκονται κοντά στην αιχμή της τεχνολογικής εξέλιξης, αντί να επιχειρούμε να επενδύσουμε αδιακρίτως σε ολόκληρο το φάσμα των τεχνολογιών. Πιστεύω ότι αυτή η συζήτηση και αυτή η στρατηγική θα καθορίσουν το μέλλον της Ευρώπης τις επόμενες δεκαετίες και θα έχουν μακροχρόνιο αντίκτυπο».
Ισχύς μέσα από την εξωστρέφεια, όχι μέσα από την περιχαράκωση
«Στην πραγματικότητα- και αυτό είναι το θέμα της βασικής συζήτησης – πρέπει να είμαστε σε θέση να κάνουμε επιλογές. Το να κάνεις επιλογές σημαίνει ότι οι πόροι σου είναι πεπερασμένοι και οι προτεραιότητές σου συγκεκριμένες. Πρέπει, επομένως, να μπορείς να προσδιορίσεις τους τομείς στους οποίους θα επενδύσεις. Στους τομείς στους οποίους δεν επενδύεις, ακολουθείς διαφορετική προσέγγιση: ρυθμίζεις έξυπνα και λαμβάνεις πολύ συγκεκριμένες αποφάσεις για τον τρόπο με τον οποίο θα κινηθείς, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στις κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού.
Πρώτα χαρτογραφείς τις δυνατότητές σου και τις αδυναμίες σου. Πρέπει να κοιτάξεις με ειλικρίνεια τον εαυτό σου στον καθρέφτη. Στη συνέχεια, διαφοροποιείς τις πηγές εφοδιασμού στους τομείς όπου αυτό είναι κρίσιμο και, όταν πρόκειται για έναν τομέα ζωτικής σημασίας για την εθνική ασφάλεια, αναπτύσσεις ευρωπαϊκές δυνατότητες. Ωστόσο, η επιλογή της ανάπτυξης ευρωπαϊκών δυνατοτήτων θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να αποτελεί την έσχατη λύση, ακριβώς επειδή οι πόροι μας είναι πεπερασμένοι. Πρέπει να επιλέγουμε πολύ προσεκτικά τους τομείς στους οποίους θα το κάνουμε.
Στις κρίσιμες πρώτες ύλες, για παράδειγμα, η συζήτηση είναι ευρύτερη. Εάν όμως μιλήσουμε σήμερα για την τεχνολογία και τις τεχνολογικές αλυσίδες εφοδιασμού, έχουμε ουσιαστικά τρεις επιλογές. Επενδύουμε στους τομείς στους οποίους διαθέτουμε συγκριτικό πλεονέκτημα. Ρυθμίζουμε με έξυπνο τρόπο τους τομείς στους οποίους υστερούμε και ασκούμε την κυριαρχία μας, ώστε να διατηρούμε τον αναγκαίο έλεγχο. Και, ανάμεσα σε αυτά τα δύο, υπάρχει η επιλογή να δημιουργήσουμε ευρωπαϊκό πλεονέκτημα εκεί όπου σήμερα δεν υπάρχει.
Στην τεχνολογία το έχουμε καταφέρει με την Airbus και με το Galileo. Στη μεγάλη πλειονότητα των τομέων, όμως, στους οποίους επιχειρήσαμε κάτι αντίστοιχο, αποτύχαμε. Γι’ αυτό πρέπει να επιλέγουμε πολύ προσεκτικά τα πεδία στα οποία θα επιχειρήσουμε να δημιουργήσουμε ένα πλεονέκτημα που σήμερα δεν διαθέτουμε. Ταυτόχρονα, η διαφοροποίηση πρέπει να αποτελεί μια πραγματική και ειλικρινή στρατηγική. Και θα κλείσω με ένα τελευταίο σημείο: πιστεύω στην ισχύ μέσα από την εξωστρέφεια, όχι στην ισχύ μέσα από την περιχαράκωση.
Υπάρχει, μάλιστα, μια ιστορία από την αρχαία Ελλάδα, την οποία ανέφερα και στο ECOFIN πριν από μερικούς μήνες. Είναι η ιστορία του χρησμού των Δελφών κατά την περσική εισβολή και του Θεμιστοκλή. Ο χρησμός έλεγε ότι τα «ξύλινα τείχη» θα έσωζαν την πόλη. Η συντηρητική αντίληψη της εποχής ερμήνευσε κυριολεκτικά τον χρησμό, θεωρώντας ότι αναφερόταν σε μεγάλες ξύλινες οχυρώσεις που θα σταματούσαν τον περσικό στρατό. Ο Θεμιστοκλής, όμως, είχε την οξυδέρκεια να αντιληφθεί ότι τα «ξύλινα τείχη» ήταν τα πλοία και ότι η Αθήνα θα μπορούσε να αντλήσει ισχύ μέσα από την εξωστρέφεια. Νομίζω ότι υπάρχει ένα δίδαγμα σε αυτή την ιστορία: με αυτή τη λογική κέρδισε τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας.
Κερδίζεις όταν είσαι ανοιχτός. Και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την ευρωπαϊκή εμπορική στρατηγική. Το εμπόριο αντιστοιχεί περίπου στο 50% του ΑΕΠ μας. Η Ευρώπη, επομένως, πρέπει να ακολουθήσει μια στρατηγική που θα παραμένει ανοιχτή, ευέλικτη, προσαρμοστική και ταχεία. Είναι, τελικά, ζήτημα νοοτροπίας. Και πιστεύω ότι μπορούμε να την αποκτήσουμε».
