Το 16ο τακτικό Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας, που θα λάβει χώρα στην Αθήνα από τις 15 έως τις 17 Μαΐου, προμηνύεται διαφορετικό από τα προηγούμενα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τους συνεργάτες του. Πραγματοποιείται σε μια από τις πλέον κρίσιμες συγκυρίες για την κυβερνητική παράταξη, τουλάχιστον τα τελευταία επτά χρόνια. Η τρέχουσα δεύτερη τετραετία πλησιάζει στο τέλος της, με τις δημοσκοπήσεις να παρουσιάζουν αποκλίσεις από τους επιδιωκόμενους στόχους, μια ευρύτερη κοινωνική δυσαρέσκεια να είναι εμφανής, και έναν αξιόλογο αριθμό βουλευτών του κόμματος να εκφράζουν ανησυχία για την πιθανότητα επανεκλογής τους, έχοντας, όπως φαίνεται, αποχαιρετήσει την ευκαιρία της υπουργοποίησης.
Αυτό το τελευταίο στοιχείο δεν είναι αμελητέο. Όσοι αισθάνονται ότι δεν έχουν πλέον τίποτα να χάσουν – και είναι πολλοί – είναι «απαλλαγμένοι» από τους παλαιότερους περιορισμούς. Όπως σχολιάζει ένας παλαίμαχος βουλευτής, αυτή είναι η βασική διαφορά σε σχέση με προηγούμενες περιόδους εσωκομματικών αναταραχών. Γιατί, ομολογουμένως, οι βουλευτές της ΝΔ ποτέ δεν είδαν με καλό μάτι ούτε το λεγόμενο «επιτελικό κράτος» ούτε τον μεγάλο αριθμό εξωκοινοβουλευτικών υπουργών. Ωστόσο, αυτοπεριορίζονταν, καθώς η ΝΔ αναμενόταν να κερδίσει νέα τετραετία και απολάμβανε υψηλά ποσοστά. Τώρα, πολλοί δηλώνουν αποφασισμένοι να θέσουν τα ζητήματα που τους απασχολούν ευθέως και χωρίς περιστροφές. Μάλιστα, κάποιοι, έχοντας πληροφορίες για την κινητικότητα εντός της κοινοβουλευτικής ομάδας, προβλέπουν ότι ο κατάλογος των ομιλητών μπορεί να είναι μεγαλύτερος από ποτέ. Ήδη, διοργανώνουν γεύματα, δείπνα και συναντήσεις εν όψει της Πέμπτης. Παρότι δεν διαφαίνονται τα χαρακτηριστικά μιας οργανωμένης κίνησης, μοιράζονται την κοινή επιθυμία να εκφράσουν τις απόψεις τους «έξω από τα δόντια».
Μία από τις κύριες εστίες κριτικής που αναμένεται να εκφραστεί από αρκετούς βουλευτές αφορά στον ρόλο και τη λειτουργία του επιτελικού κράτους, και κατ’ επέκταση, στον ρόλο των βουλευτών. Ο πρωθυπουργός, στην τελευταία σύσκεψη υπουργών, επιχείρησε να κατευνάσει τα πνεύματα, δηλώνοντας ότι «το επιτελικό κράτος αφορά την εκτελεστική εξουσία, όχι την νομοθετική εξουσία, και το Σύνταγμα καθορίζει σαφώς τις διακριτές αρμοδιότητες της κυβέρνησης και της Βουλής». Ωστόσο, η παρέμβασή του φαίνεται να πυροδότησε, αντί να καταλάγιασε, τη συζήτηση μεταξύ των βουλευτών. Πολλοί θεωρούν ότι, εφόσον υπάρχει αυτή η διάκριση, τότε ζητήματα που ανήκουν αποκλειστικά στην αρμοδιότητα της κοινοβουλευτικής ομάδας, όπως, για παράδειγμα, η απόφαση για το αν θα πρέπει να παραπεμφθούν βουλευτές της ΝΔ σε εξεταστική ή προανακριτική επιτροπή, θα έπρεπε να λαμβάνονται αποκλειστικά από την κοινοβουλευτική, και όχι από το επιτελικό κράτος. Κάποιοι, μάλιστα, δηλώνουν ότι θα αναδείξουν αυτόν τον προβληματισμό τους.
Παράλληλα με τις επικρίσεις για το επιτελικό κράτος, πολλοί θα εκφράσουν τις αντιρρήσεις τους για την έλλειψη επαφής, όπως υποστηρίζουν, ορισμένων τουλάχιστον εξωκοινοβουλευτικών υπουργών με την κοινωνία. Η πρόθεση των περισσοτέρων δεν είναι να μετατραπεί η συζήτηση σε «βεντέτα» με τον Άκη Σκέρτσο, ο οποίος το τελευταίο διάστημα δέχεται συνεχείς επιθέσεις από βουλευτές της ΝΔ, αλλά να αναδειχθεί, κατά τη γνώμη τους, το πολιτικό πρόβλημα που τελικά οδηγεί στην απαξίωση των βουλευτών. Πολλοί αναμένεται να καταθέσουν προβληματισμούς ή ενστάσεις σχετικά με τον ιδεολογικό προσανατολισμό της παράταξης, καθώς και για κεντρικές κυβερνητικές επιλογές. Στο Μέγαρο Μαξίμου και στην Πειραιώς, αν και δεν θεωρούν ότι θα αντιμετωπίσουν μια συντεταγμένη κίνηση, προετοιμάζονται για μια δύσκολη συνεδρίαση, η οποία, αξίζει να σημειωθεί, θα ξεκινήσει και θα ολοκληρωθεί με τοποθέτηση του πρωθυπουργού. Το παραδοσιακό «μασάζ» προς τους βουλευτές έχει ήδη ξεκινήσει, όπως και η προετοιμασία της εναρκτήριας ομιλίας του Κυριάκου Μητσοτάκη, μέσω της οποίας το κυβερνητικό επιτελείο θα μεταφέρει τα μηνύματα που επιθυμεί στην Κοινοβουλευτική Ομάδα. Οι ισορροπίες είναι λεπτές, καθώς ο πρωθυπουργός θα πρέπει να υπερασπιστεί απροκάλυπτα το μοντέλο διακυβέρνησης που επέλεξε, χωρίς ωστόσο να ρίξει νέο λάδι στη φωτιά της εσωκομματικής αντιπαράθεσης.
Από τη μία πλευρά, στο κυβερνητικό επιτελείο ευελπιστούν ότι θα υπάρξει πλήρης εκτόνωση της έντασης στην κοινοβουλευτική ομάδα και ότι αυτό το κλίμα δεν θα μεταφερθεί στο Συνέδριο. Διότι, σε αυτή την περίπτωση, όπου το συνέδριο, αντί να αποτελέσει ένα παραδοσιακό εφαλτήριο για έναν νέο εκλογικό αγώνα με κλίμα ενθουσιασμού, γίνει το βήμα για την εκτόνωση της σωρευμένης δυσαρέσκειας βουλευτών και στελεχών, οι συνέπειες για την κυβερνητική παράταξη θα είναι πολύ βαρύτερες.
