Πρόστιμο-Μαμούθ 1,9 εκατομμυρίων ευρώ για «πειραγμένη» ταμειακή μηχανή: Η αυστηρή στάση της ΑΑΔΕ

Πρόστιμο-μαμούθ ύψους 1,9 εκατομμυρίων ευρώ επιβλήθηκε σε επιχείρηση, καθώς αποδείχθηκε ότι είχε πραγματοποιήσει παρέμβαση στους φορολογικούς μηχανισμούς. Οι ελεγκτές της εφορίας εφάρμοσαν τον νόμο με απόλυτη αυστηρότητα, στέλνοντας ένα σαφές μήνυμα.

Η υπόθεση αυτή αναδεικνύει την αποφασιστική στάση της ΑΑΔΕ απέναντι σε φαινόμενα παραποίησης ταμειακών συστημάτων και απόκρυψης φορολογητέας ύλης. Η Οδηγία είναι πλέον ξεκάθαρη: μηδενική ανοχή σε τέτοιες πρακτικές.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, όπως αναφέρονται στην απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ, οι ελεγκτές της ΔΟΥ Λάρισας εντόπισαν παρέμβαση στη λειτουργία των φορολογικών μηχανισμών της επιχείρησης. Αυτό θεωρείται μία από τις σοβαρότερες φορολογικές παραβάσεις.

Η συγκεκριμένη τακτική επιτρέπει τη μη καταγραφή μέρους των συναλλαγών και την αποστολή στα ηλεκτρονικά βιβλία myDATA μόνο ενός τμήματος των πραγματικών εσόδων. Ειδικότερα, μετά από φορολογικό έλεγχο, ο προϊστάμενος της ΔΟΥ Λάρισας, στις 18 Φεβρουαρίου 2026, κοινοποίησε στην επιχείρηση τρεις Πράξεις Επιβολής Προστίμου. Τα πρόστιμα αφορούν τα φορολογικά έτη 2022, 2023 και 2024, με το ύψος για κάθε έτος να ανέρχεται σε 633.194,72 ευρώ. Ο λόγος ήταν η παρέμβαση στη λειτουργία των Ειδικών Ασφαλών Φορολογικών Διατάξεων Σήμανσης Στοιχείων (Ε.Α.Φ.Δ.Σ.Σ.), κατά παράβαση του άρθρου 57 παρ.2 του ν.5104/24. Συνολικά, το πρόστιμο έφτασε στο ποσό των 1.899.584,16 ευρώ.

Σύμφωνα με τους ελεγκτές, με την «επέμβαση» αυτή, η επιχείρηση κατάφερε να αποκρύπτει συναλλαγές, διαβιβάζοντας στην πλατφόρμα myDATA μόνο ένα επιλεγμένο μέρος των πραγματικών εσόδων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη μη απόδοση ΦΠΑ και τη μείωση του τζίρου, προκειμένου να μειωθεί ο φόρος εισοδήματος.

Εκπρόθεσμη προσφυγή

Η εταιρεία προσέφυγε στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) αμφισβητώντας τα πρόστιμα. Υποστήριξε ότι υπήρχε έλλειψη επαρκούς και νόμιμης αιτιολογίας των πράξεων, μη στοιχειοθέτηση των φερόμενων παραβάσεων, καθώς και παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, της αρχής της αναλογικότητας και του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης.

Ωστόσο, η εταιρεία καθυστέρησε να καταθέσει την προσφυγή, με αποτέλεσμα η ΔΕΔ να μην την εξετάσει επί της ουσίας και να την απορρίψει ως εκπρόθεσμη. Αυτό επικύρωσε το «τσουχτερό» πρόστιμο, αφήνοντας στην εταιρεία ως μοναδική ελπίδα την προσφυγή στα φορολογικά δικαστήρια, για πιθανό κούρεμα ή ακύρωση του «λογαριασμού».

Τι ισχύει για τα πρόστιμα «επεμβάσεων»

Σύμφωνα με τη νομοθεσία, σε περιπτώσεις μη τήρησης, μη ενημέρωσης ή μη διαφύλαξης των λογιστικών αρχείων, καθώς και των φορολογικών μνημών και αρχείων των Φορολογικών Ηλεκτρονικών Μηχανισμών, επιβάλλεται πρόστιμο ίσo με το 15% επί του μέσου όρου των εσόδων από επιχειρηματική δραστηριότητα, για κάθε ελεγχόμενο έτος όπου διαπιστώνονται οι παραβάσεις. Ο μέσος όρος υπολογίζεται με βάση τα δηλωθέντα έσοδα των τριών (3) τελευταίων φορολογικών ετών, εξαιρουμένου εκείνου για το οποίο δεν έχει παρέλθει η προθεσμία υποβολής της δήλωσης.

Για υπόχρεους τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος, το πρόστιμο κυμαίνεται από 10.000 έως 30.000 ευρώ ανά ελεγχόμενο έτος. Για υπόχρεους τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος, το πρόστιμο κυμαίνεται από 30.000 έως 90.000 ευρώ ανά ελεγχόμενο έτος.

Στην περίπτωση μη υποβολής έστω και μίας εκ των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος των τριών τελευταίων ετών, το πρόστιμο υπολογίζεται με βάση τον μέσο όρο των εσόδων των υποβληθεισών δηλώσεων. Το κατώτατο όριο είναι 30.000 ευρώ ανά ελεγχόμενο έτος για απλογραφικά συστήματα και 50.000 ευρώ για διπλογραφικά. Το ανώτατο όριο δεν μπορεί να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατώτερου προστίμου.

Συνεπώς, το μέγιστο ύψος των προστίμων ανέρχεται σε 90.000 ευρώ (30.000 x 3) ετησίως για επιχειρήσεις με απλογραφικά βιβλία και έως 150.000 ευρώ (50.000 x 3) για εταιρείες με διπλογραφικά βιβλία.

Ωστόσο, σε περιπτώσεις παραβίασης, παραποίησης ή επέμβασης στους φορολογικούς ηλεκτρονικούς μηχανισμούς, τα παραπάνω πρόστιμα δεν έχουν ανώτατα όρια. Το πρόστιμο ορίζεται στο 15% επί του μέσου όρου των εσόδων, χωρίς να εφαρμόζονται τα όρια των 30.000, 50.000, 90.000 ή 150.000 ευρώ. Δηλαδή, αν ο ετήσιος τζίρος είναι 3.000.000 ευρώ, το πρόστιμο ανέρχεται σε 450.000 ευρώ και δεν περιορίζεται στα 150.000 ευρώ.