Σύμφωνα με την κυβέρνηση, η κατάσταση έχει ως εξής: «Ξεσπάει πόλεμος, αυξάνεται το κόστος της ενέργειας, επανέρχεται η ακρίβεια και όλοι υποφέρουν…» Αυτή είναι η επίσημη εκδοχή, αλλά η πραγματικότητα διαφέρει. Δεν χάνουν όλοι, αντιθέτως. Ορισμένες επιχειρηματικές αλυσίδες καταγράφουν αυξημένη κερδοφορία, ενώ το κράτος βλέπει τα έσοδά του να ενισχύονται.
Το μυστικό πίσω από την αύξηση των τιμών, υπό την παρούσα διακυβέρνηση – η οποία ξεκίνησε με αφορμή την πανδημία και επιδεινώθηκε με τις πολεμικές συγκρούσεις – είναι οι δύο παράγοντες που η ίδια η κυβέρνηση δημιουργεί: Η απουσία ουσιαστικών ελέγχων στην αγορά, που επιτρέπει την επιχειρηματική δραστηριότητα να μετατρέπεται σε κερδοσκοπία, και η έλλειψη δραστικών μέτρων για τη μείωση των παραγόντων που συντελούν στην ακρίβεια. Τα υπερκέρδη, παρά κάποιες επιφανειακές κινήσεις, δεν φορολογούνται επαρκώς, ενώ οι φόροι στα βασικά είδη διατροφής παραμένουν αμείωτοι, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Το αποτέλεσμα είναι εμφανές: Η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση όσον αφορά την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών και στην κορυφή των δεικτών επιβάρυνσης. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέμενε, μάλιστα από τις Βρυξέλλες, ότι η ακρίβεια οφείλεται «αποκλειστικά στις παγκόσμιες εξελίξεις και στον πόλεμο στο Ιράν», υπονοώντας ότι η πτώση στην τιμή της ενέργειας θα οδηγήσει σε αποκλιμάκωση του πληθωρισμού.
Πιο ειλικρινής, ο υπουργός Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, είχε δηλώσει λίγες ημέρες νωρίτερα από την Ουάσιγκτον: «Οι προβλέψεις αναθεωρούνται προς χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης και υψηλότερο πληθωρισμό».
Όταν κανείς βρίσκεται στη θέση του Προέδρου του Eurogroup, δεν μπορεί να αγνοεί τις εκτιμήσεις έγκυρων διεθνών οργανισμών. Οι αναφορές σε «πλεόνασμα μεγαλύτερο από τον στόχο» και «υπεραπόδοση της οικονομίας» εξυπηρετούν μόνο τα κρατικά ταμεία και συγκεκριμένους οικονομικούς κλάδους.
Η κυβέρνηση εξασφαλίζει επιπλέον φορολογικά έσοδα και οι ισολογισμοί ορισμένων εταιρειών παρουσιάζουν εντυπωσιακά κέρδη, ενώ οι τσέπες των καταναλωτών αδειάζουν. Τα υπόλοιπα εντάσσονται στη λογική του «μηδενικού αθροίσματος»: ότι χάνει ο ένας, το κερδίζει ο άλλος. Στην ελληνική εκδοχή, για να κερδίσει ο ένας, χάνει ο άλλος. Ο κερδισμένος πανηγυρίζει στο χρηματιστήριο, ενώ ο χαμένος περιμένει τις «χάντρες και τα καθρεφτάκια» που μοιράζει η κυβέρνηση μέσω pass και επιδομάτων.
Ύπαρχουν τρόποι για τη μείωση των έμμεσων φόρων και την αύξηση της φορολογίας στα υπερκέρδη, που δεν παραβιάζουν κοινοτικούς κανόνες ούτε τη δημοσιονομική ισορροπία.
Η κυβέρνηση, όμως, επιλέγει να τα αγνοεί. Προτάσσει τον ταξικό χαρακτήρα της πολιτικής της. Η απληστία των επιχειρήσεων δεν θεωρείται μεμπτή. Η υποχρέωση της «ανερχόμενης» οικονομίας προς τους μισθωτούς περιορίζεται σε οριακές αυξήσεις αποδοχών, οι οποίες εξανεμίζονται άμεσα από τον πληθωρισμό, αφήνοντας ανεκπλήρωτες βασικές ανάγκες στέγασης και διατροφής.
Κάποια στιγμή, ο Πρωθυπουργός είχε αποδώσει στις πολυεθνικές εταιρείες τις μεγαλύτερες ανατιμήσεις στην Ελλάδα σε σχέση με άλλες χώρες για τα ίδια προϊόντα, αναμένοντας μια «ευρωπαϊκή απάντηση». Γνωρίζοντας ότι αυτή δεν θα έρθει με τις τρέχουσες πολιτικές ηγεσίες.
Θεωρητικά, η διαμόρφωση των τιμών επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες. Στην Ελλάδα, όμως, αυτοί οι παράγοντες έχουν μια «βάρβαρη» μοναδικότητα. Για τους καταναλωτές, όμως, η ουσία είναι μία: με τα ίδια χρήματα αγοράζουν ολοένα και λιγότερα αγαθά. Και η νέα απάντηση του κ. Μητσοτάκη είναι εντυπωσιακή:
«Κατεβάζεις την εφαρμογή PosoKanei στο κινητό σου, όπως έχω κάνει εγώ, βρίσκεις το προϊόν που σε ενδιαφέρει, στο Super Market σκανάρεις το barcode του προϊόντος, βλέπεις πού πωλείται φθηνότερα, μπορείς να συγκρίνεις και τιμές, σε προϊόντα της ίδιας κατηγορίας». Έξυπνο και απλό. Περιδιαβαίνοντας σε δέκα σούπερ μάρκετ, ο καταναλωτής γεμίζει το καλάθι του φθηνότερα… Σαν ένα κυνήγι θησαυρού. Θα μπορούσε μήπως ο Πρωθυπουργός, που τα γνωρίζει αυτά καλύτερα, να συνοδεύσει επί τόπου, έστω και έναν καταναλωτή, σε αυτό το «σαφάρι»;
