Σοκ για τους Έλληνες: Πώς οι πραγματικοί μισθοί και η αγοραστική δύναμη κατρακύλησαν – Αποκαλυπτική Έκθεση ΙΝΕ/ΓΣΕΕ

Μισθοί και Αγοραστική Δύναμη στην Ελλάδα: Μια Σκληρή Πραγματικότητα

Η πραγματικότητα των μισθών και της αγοραστικής δύναμης των Ελλήνων παραμένει σε ανησυχητικά επίπεδα, που δεν προσφέρουν μια ικανοποιητική ποιότητα ζωής για ένα σημαντικό ποσοστό του εργατικού δυναμικού. Η αύξηση του κόστους ζωής, οι συνεχείς πληθωριστικές πιέσεις και οι ανατιμήσεις σε βασικά αγαθά έχουν οδηγήσει τα ελληνικά νοικοκυριά σε οικονομική στενότητα.

Η αγοραστική ικανότητα των Ελλήνων βρίσκεται στα χαμηλότερα επίπεδα της Ευρώπης. Παρά τις βελτιώσεις στην παραγωγικότητα τα τελευταία χρόνια, οι πραγματικοί μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι…Η έκθεση του Ινστιτούτου ΓΣΣΕ αποκαλύπτει την κατάσταση που επικρατεί στους μισθούς και την αγοραστική δύναμη στη χώρα μας.

Περισσότερο από δεκαπέντε χρόνια μετά την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης,οι μισθολογικές απολαβές στη χώρα μας παραμένουν σε επίπεδα που δεν εξασφαλίζουν αξιοπρεπή διαβίωση για μεγάλο μέρος των εργαζομένων. Από το 2009 έως το 2024, ο μέσος ετήσιος πραγματικός μισθός μειώθηκε κατά 32,8%. Αντίστοιχα, μεταξύ 2019-2024 η μείωση αυτή ήταν μόλις στο 1,1%, παρά την αύξηση κατά 2,9% το διάστημα 2023-2024.

Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής (2019-2024), η πραγματική παραγωγικότητα εργασίας παρουσίασε αύξηση κατά 1,2%, ωστόσο το μέσο ωρομίσθιο μειώθηκε κατά 4,7%. Ανάμεσα στους έντεκα κύριους κλάδους της οικονομίας η παραγωγικότητα αυξήθηκε σε οκτώ από αυτούς αλλά μόνο δύο είδαν αύξηση στο μέσο ωρομίσθιο τους.

Αυτό σημαίνει ότι η βελτίωση στην παραγωγικότητα δεν μεταφράζεται σε αντίστοιχες αυξήσεις στους μισθούς. Ως αποτέλεσμα αυτού του φαινομένου είναι ότι στην Ελλάδα το ποσοστό κερδών έχει αυξηθεί ενώ αυτό των μισθών έχει υποχωρήσει δραματικά. Το έτος 2024 το μερίδιο κερδών στο ΑΕΠ ανήλθε στο 50,2% έναντι μόλις του 41% που καταγράφεται συνολικά στην ΕΕ.

Αγοραστική Δύναμη: Σε Πτωτικά Επιπέδα

Η πτώση της αγοραστικής δύναμης ενός μεγάλου τμήματος των εργαζομένων συνεχίζει να επηρεάζει αρνητικά τις συνθήκες διαβίωσή τους. Το ποσοστό σοβαρής υλικής στέρησης για τους μισθοφόρους ανέβηκε στο 8,8% το έτος 2024 από το προηγούμενο έτος όπου ήταν στο 8%, συγκριτικά με μόλις το 3,8% στον υπόλοιπο ευρωπαϊκό χώρο. Παρόλο που είναι χαμηλότερο απ’ ότι ήταν πριν από τέσσερα χρόνια (2019), αυτό αποτελεί τη δεύτερη υψηλότερη επίδοση εντός της ΕΕ με μοναδική εξαίρεση τη Βουλγαρία.

Φτώχεια στις Συνθήκες Διαβίωσης

Mε επιπλέον στοιχεία να προκύπτουν για τις συνθήκες φτώχειας στη χώρα μας: Το ποσοστό εκείνων που δηλώνουν αδυναμία να ξοδέψουν χρήματα για προσωπικές ανάγκες αυξήθηκε από το προηγούμενο έτος (27,9%) φτάνοντας πλέον στο29%. Ομοίως όσοι δήλωσαν πως δεν μπορούν να συμμετάσχουν τακτικά σε δραστηριότητες αναψυχής ανέρχονται πλέον στο23,.5%. Ένας δείκτης υποκειμενικής φτώχειας για αυτήν την ομάδα πλησιάζει τον αριθμό57,.1%, καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου εξεταζόμενος ως ο υψηλότερος εντός Ευρώπης ξεπερνά τον δεύτερο μεγαλύτερο δείκτη στη Βουλγαρία κατά28,.6 μονάδες.

Aυτές οι πληροφορίες μαζί με τις κακές συνθήκες εργασίας και την απορρύθμιση σημαντικών θεμάτων προστασίας στον εργασιακό χώρο δημιουργούν ένα πλαίσιο υποβάθμισης που πλήττει συστηματικά τη δυνατότητα ανάπτυξης καθώς επίσης και τη βιωσιμότητα μιας υγιούς οικονομίας. Οι συγγραφείς της έκθεσης επισημαίνουν πως μέσα στις σημερινές πολύπλοκες γεωπολιτικές συνθήκες απαιτείται άμεση παρέμβαση ώστε να αναδομήσουμε θεμελιακά τους κανόνες λειτουργίας αγοράς εργασίας καθώς επίσης μια ενεργό στήριξη στα εισοδήματα ώστε να αντισταθούν στις προκλήσεις αυτές προς όφελος όλων μας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *