Η οργανωμένη αγορά τροφίμων και καταναλωτικών αγαθών στην Ελλάδα παρουσιάζει συνεχή αύξηση του κύκλου εργασιών της. Ωστόσο, η άνοδος των πωλήσεων δεν μεταφράζεται αναλογικά σε ενίσχυση της κερδοφορίας. Αντιθέτως, το αυξανόμενο λειτουργικό κόστος, με κύριους παράγοντες τη μισθοδοσία, την ενέργεια, τα ενοίκια και τα logistics, ασκεί ολοένα και μεγαλύτερη πίεση στα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων.
Αυτή είναι η συνολική εικόνα που διαμορφώνεται για την οργανωμένη αγορά σούπερ μάρκετ κατά την περίοδο 2023-2025, σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκέντρωσαν το ΙΕΛΚΑ, η NielsenIQ και η Ένωση Σούπερ Μάρκετ Ελλάδος (ΕΣΕ). Τα στοιχεία αυτά σκιαγραφούν μια αγορά με αυξημένο τζίρο και υψηλότερες επενδύσεις, αλλά με δυσανάλογα μικρότερα κέρδη στο τελικό αποτέλεσμα.
Σύμφωνα με τον Απόστολο Πεταλά, γενικό διευθυντή της Ένωσης Σούπερ Μάρκετ Ελλάδος (ΕΣΕ), «διεθνώς, θεωρείται ότι ο κλάδος του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων, για να παραμείνει βιώσιμος, πρέπει να εμφανίζει κερδοφορία μεγαλύτερη από 3%. Στην Ελλάδα, το καθαρό περιθώριο κέρδους των αλυσίδων σούπερ μάρκετ κινείται κάτω από το 3%, και συγκεκριμένα στο 1,1%». Ο κ. Πεταλάς τονίζει ότι «έχουμε ξεπεράσει κατά πολύ την κόκκινη γραμμή προς τα κάτω», αποδίδοντας αυτή την κατάσταση στο «περιορισμένο διαθέσιμο εισόδημα, στον υψηλό πληθωρισμό και στο αυξημένο κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων».
Αναλυτικότερα, η καταναλωτική δαπάνη στα σούπερ μάρκετ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, αναμένεται να ανέλθει το 2025 στα 16,2 δισ. ευρώ, από 15,15 δισ. ευρώ το 2024 και 14,515 δισ. ευρώ το 2023. Παρά την αύξηση της δαπάνης, η πίεση στην τελική γραμμή των επιχειρήσεων είναι ακόμη εντονότερη.
Οι πωλήσεις των σούπερ μάρκετ, μετά την αφαίρεση του ΦΠΑ, εκτιμάται ότι θα φτάσουν τα 13,967 δισ. ευρώ το 2025, έναντι 13,061 δισ. ευρώ το 2024 και 12,512 δισ. ευρώ το 2023. Αυτό σημαίνει ότι η αγορά προσθέτει περίπου 1,5 δισ. ευρώ σε πωλήσεις μέσα σε δύο χρόνια.
Το μεγαλύτερο μέρος των αυξημένων εσόδων κατευθύνεται στους προμηθευτές. Οι σχετικές δαπάνες αυξάνονται από 9,162 δισ. ευρώ το 2023 σε 9,556 δισ. ευρώ το 2024 και 10,220 δισ. ευρώ το 2025. Ως ποσοστό των πωλήσεων, παραμένουν σταθερές στο 73,2%. Το μικτό περιθώριο διαμορφώνεται στα 3,747 δισ. ευρώ το 2025, από 3,505 δισ. ευρώ το 2024 και 3,350 δισ. ευρώ το 2023, με το ποσοστό του να παραμένει στο 26,8%.
Την ίδια στιγμή, τα λειτουργικά έξοδα ανέρχονται σε 3,55 δισ. ευρώ το 2025, από 3,29 δισ. ευρώ το 2024 και 3,12 δισ. ευρώ το 2023. Ως ποσοστό των πωλήσεων, αυξάνονται από 24,9% σε 25,2% και τελικά σε 25,4%.
Στην κορυφή των λειτουργικών δαπανών βρίσκεται η μισθοδοσία, με το σχετικό κόστος να εκτιμάται στα 2,222 δισ. ευρώ το 2025, έναντι 2,060 δισ. ευρώ το 2024 και 1,953 δισ. ευρώ το 2023. Ακολουθούν η ενέργεια (241 εκατ. ευρώ το 2025), τα ενοίκια (227 εκατ. ευρώ) και τα logistics (202 εκατ. ευρώ).
Οι τόκοι των τραπεζών ανέρχονται σε 160 εκατ. ευρώ, ενώ οι προμήθειες καρτών σε 61 εκατ. ευρώ. Ιδιαίτερα αισθητή είναι η αύξηση των δημοτικών τελών, από 14 εκατ. ευρώ το 2023 σε 22 εκατ. ευρώ το 2024 και 31 εκατ. ευρώ το 2025. Τα λοιπά έξοδα ανέρχονται σε 405 εκατ. ευρώ, έναντι 380 εκατ. ευρώ το 2024 και 369 εκατ. ευρώ το 2023.
Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει άμεσα την κερδοφορία. Το αποτέλεσμα προ φόρου εισοδήματος υποχωρεί στα 197 εκατ. ευρώ το 2025, από 215 εκατ. ευρώ το 2024 και 230 εκατ. ευρώ το 2023. Το αντίστοιχο περιθώριο περιορίζεται από 1,84% το 2023 σε 1,65% το 2024 και μόλις 1,41% το 2025.
Μετά την αφαίρεση του φόρου εισοδήματος, το τελικό αποτέλεσμα της αγοράς εκτιμάται σε 154 εκατ. ευρώ το 2025, έναντι 168 εκατ. ευρώ το 2024 και 179 εκατ. ευρώ το 2023. Το τελικό περιθώριο συρρικνώνεται έτσι στο 1,10% των πωλήσεων, από 1,28% το 2024 και 1,43% το 2023.
Παρά την υποχώρηση της κερδοφορίας, οι επιχειρήσεις του κλάδου συνεχίζουν να επενδύουν. Οι επενδύσεις εκτιμώνται στα 450 εκατ. ευρώ το 2025, έναντι 400 εκατ. ευρώ το 2024 και 592 εκατ. ευρώ το 2023. Οι δόσεις δανείων παραμένουν σταθερές στα 150 εκατ. ευρώ ετησίως, ενώ δεν καταγράφονται μερίσματα για καμία από τις τρεις χρονιές.
Ο κ. Πεταλάς εξηγεί ότι οι επιχειρήσεις του κλάδου, προκειμένου να πραγματοποιήσουν τις αναγκαίες επενδύσεις (δίκτυο καταστημάτων, πράσινη μετάβαση, νέες τεχνολογίες, logistics κ.ά.), καταφεύγουν στον δανεισμό, αυξάνοντας συνεχώς τις υποχρεώσεις τους. «Είναι γεγονός ότι οι αλυσίδες χρηματοδοτούν τις επενδύσεις τους μέσω δανεισμού, καθώς δεν έχουν επαρκή κερδοφορία για να το κάνουν», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Οι τζίροι των «Big 5» το 2025
Οι πέντε μεγαλύτερες αλυσίδες σούπερ μάρκετ αποτελούν τον πυρήνα της οργανωμένης λιανικής στην Ελλάδα, διαμορφώνοντας σε μεγάλο βαθμό τον ανταγωνισμό, τις τιμές και τις καταναλωτικές τάσεις. Τα οικονομικά τους μεγέθη αναδεικνύουν τη δυναμική κάθε ομίλου.
Όμιλος Σκλαβενίτης
Ο όμιλος Σκλαβενίτης (Ελληνικές Υπεραγορές Σκλαβενίτης, Σκλαβενίτης Κύπρου, Χαλκιαδάκης, The Mart) κατέγραψε θετικό ρυθμό ανάπτυξης το 2025. Ο κύκλος εργασιών του ανήλθε σε 6,13 δισ. ευρώ (έναντι 5,56 δισ. ευρώ το 2024), με τα κέρδη μετά φόρων να διαμορφώνονται στα 99,5 εκατ. ευρώ, δηλαδή 1,6% επί του συνολικού κύκλου εργασιών. Στα τέλη του 2025, ο όμιλος διέθετε 542 καταστήματα (έναντι 539 το 2024), με ημερήσιο μέσο όρο πελατών 776.000 (από 712.000 το 2024). Οι εργαζόμενοι έφτασαν τους 42.415 (έναντι 39.835 το 2024).
Για την εταιρεία Ελληνικές Υπεραγορές Σκλαβενίτης, ο κύκλος εργασιών ανήλθε στα 5,1 δισ. ευρώ το 2025 (από 4,65 δισ. ευρώ το 2024). Τα κέρδη μετά φόρων ήταν 95,9 εκατ. ευρώ (1,9% επί του κύκλου εργασιών). Ο αριθμός καταστημάτων ήταν 460 (έναντι 457 το 2024), με ημερήσιο μέσο όρο πελατών 683.000 (έναντι 638.000 το 2024). Οι εργαζόμενοι ανέρχονταν σε 35.965 (έναντι 33.957 το 2024).
Lidl Ελλάς
Λόγω της εταιρικής της μορφής, η Lidl Ελλάς δεν δημοσιεύει στην Ελλάδα οικονομικές καταστάσεις. Ωστόσο, σύμφωνα με τη διοίκηση, αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο «παίκτη» της αγοράς του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων βάσει τζίρου.
ΑΒ Βασιλόπουλος
Η ΑΒ Βασιλόπουλος, θυγατρική της Ahold Delhaize, κατέγραψε το 2025 κύκλο εργασιών ύψους 2 δισ. ευρώ (έναντι 1,94 δισ. ευρώ το 2024), αλλά και καθαρές ζημίες κοντά στα 25 εκατ. ευρώ. Το περιθώριο μεικτού κέρδους διαμορφώθηκε στο 24,6% (μείωση 0,7%), ενώ η προσαρμοσμένη λειτουργική κερδοφορία αυξήθηκε στα 27,3 εκατ. ευρώ (αύξηση 2%). Τα ταμειακά διαθέσιμα μειώθηκαν κατά 14,8% στα 59 εκατ. ευρώ. Το 2025, η ΑΒ Βασιλόπουλος διέθετε 659 καταστήματα (240 εταιρικά, 405 franchise, 14 ΕΝΑ). Η εταιρεία διαθέτει συνολικά 715 σημεία πώλησης, με στόχο τα 500 καταστήματα franchise έως τα τέλη του 2026.
Metro ΑΕΒΕ
Οι ενοποιημένες καθαρές πωλήσεις του ομίλου Metro ΑΕΒΕ (My Market και Metro Cash & Carry) έφτασαν στα 1,67 δισ. ευρώ το 2025, αυξημένες κατά 3% σε σχέση με το 2024. Τα κέρδη προ φόρων, αποσβέσεων και τόκων (EBITDA) διαμορφώθηκαν σε 70,1 εκατ. ευρώ (μείωση 5,1%), ενώ τα κέρδη προ φόρων αυξήθηκαν κατά 14,7% στα 26,5 εκατ. ευρώ (1,56% των πωλήσεων). Ο όμιλος απασχολεί πάνω από 11.000 εργαζομένους, με τις αμοιβές και παροχές να ανέρχονται σε 242,3 εκατ. ευρώ το 2025.
Δ. Μασούτης
Η βορειοελλαδίτικη αλυσίδα Δ. Μασούτης εμφάνισε το 2025 τζίρο 1,202 δισ. ευρώ (αύξηση 5,41% έναντι 1,140 δισ. ευρώ το 2024). Τα μικτά κέρδη αυξήθηκαν κατά 7,20% (από 287,5 εκατ. ευρώ σε 308,2 εκατ. ευρώ), ενώ τα λειτουργικά κέρδη (EBIT) παρουσίασαν μείωση 6,37% στα 25,6 εκατ. ευρώ. Το χρηματοοικονομικό κόστος μειώθηκε κατά 19% (από 18,3 εκατ. ευρώ σε 14,8 εκατ. ευρώ). Τα κέρδη προ φόρων, χρηματοδοτικών, επενδυτικών αποτελεσμάτων και αποσβέσεων (EBITDA) διαμορφώθηκαν σε 72,4 εκατ. ευρώ για τον όμιλο (αύξηση 0,23%). Τα καθαρά κέρδη ενισχύθηκαν κατά 16,7% στα 7 εκατ. ευρώ. Την 31η Δεκεμβρίου 2025, η Δ. Μασούτης λειτουργούσε 382 καταστήματα (346 λιανικής, 15 Grand, 21 Cash & Carry).
