Στο Μέτωπο του Συμβουλίου της Επικρατείας: τα Πρόστιμα για τη Μη Διαβίβαση Αποδείξεων στο myDATA

Την 7η Οκτωβρίου 2026, το Συμβούλιο της Επικρατείας καλείται να αποφανθεί οριστικά επί των προστίμων και των κλεισίματος επιχειρήσεων που επιβάλλει η ΑΑΔΕ. Το ζήτημα αφορά τη μη διαβίβαση αποδείξεων στο σύστημα myDATA, μια παράβαση που, ενώ αφορά νόμιμα εκδοθείσες αποδείξεις και όχι φοροδιαφυγή, αντιμετωπίζεται από τη φορολογική νομοθεσία με τις ίδιες αυστηρές ποινές όπως η μη έκδοση αποδείξεων. Η επιβολή προστίμων ή και λουκέτου εξαρτάται από το ύψος των μη διαβιβασθέντων αποδείξεων.

Η υπόθεση φτάνει στο ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο μέσω προδικαστικού ερωτήματος από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκεί εκδικάζεται προσφυγή επιχείρησης που δέχτηκε βαριά πρόστιμα από την ΑΑΔΕ για τη μη διαβίβαση αποδείξεων στο myDATA. Η επιχείρηση, παραδεχόμενη τη μη διαβίβαση, αμφισβήτησε την αυστηρότητα των προστίμων, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για τυπική παράβαση χωρίς φοροδιαφυγή ή απώλεια εσόδων για το Δημόσιο, και ότι το πρόστιμο είναι δυσανάλογα υψηλό σε σχέση με την πράξη. Στην προσφυγή της, η επιχείρηση τονίζει ότι η Πολιτεία εξισώνει τη μη διαβίβαση στοιχείων με την πραγματική φοροδιαφυγή, παραβιάζοντας την αρχή της αναλογικότητας.

Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, αντί να εκδώσει απόφαση, παρέπεμψε την υπόθεση στο Συμβούλιο της Επικρατείας για γνωμάτευση σχετικά με την αναλογικότητα των ποινών. Το ΣτΕ έχει ορίσει ημερομηνία για την εξέταση της υπόθεσης την 7η Οκτωβρίου 2026, και μέχρι την έκδοση της ετυμηγορίας του, αναστέλλεται η εκδίκαση όλων των εκκρεμών υποθέσεων με παρόμοιο ζήτημα.

Οι Αυστηρές Κυρώσεις

Όπως έχει επισημανθεί, ο νόμος προβλέπει ότι οι κυρώσεις για τη μη διαβίβαση στοιχείων στην εφαρμογή e-send (myDATA) εξομοιώνονται με αυτές της μη έκδοσης αποδείξεων, δηλαδή αντιμετωπίζονται ως φοροδιαφυγή. Αυτό σημαίνει ότι μια επιχείρηση που εκδίδει κανονικά μια νόμιμη απόδειξη για πώληση αγαθών, αλλά δεν την διαβιβάζει στο myDATA, υφίσταται ποινές σαν να μην είχε εκδοθεί η απόδειξη.

Αναλυτικότερα, η νομοθετική διάταξη ορίζει τα εξής:

  • Σε περίπτωση μη έκδοσης ή ανακριβούς έκδοσης περισσοτέρων των δέκα (10) παραστατικών πώλησης, ή, ανεξαρτήτως του πλήθους, αν η αξία των αγαθών ή υπηρεσιών για τα οποία δεν εκδόθηκε παραστατικό πώλησης ή αυτό εκδόθηκε ανακριβώς υπερβαίνει τα πεντακόσια (500) ευρώ, αναστέλλεται άμεσα η λειτουργία της επαγγελματικής εγκατάστασης στην οποία διενεργήθηκε ο έλεγχος για σαράντα οκτώ (48) ώρες.
  • Αν, εντός του ίδιου ή του επόμενου φορολογικού έτους από τη διαπίστωση των ως άνω παραβάσεων, διαπιστωθεί εκ νέου, από τον ίδιο μερικό επιτόπιο έλεγχο, η μη έκδοση ή η ανακριβής έκδοση τουλάχιστον τριών (3) παραστατικών πώλησης ή η μη διαβίβαση στο Πληροφοριακό Σύστημα (ΦΗΜ) της ΑΑΔΕ τουλάχιστον τριών (3) στοιχείων λιανικής πώλησης που έχουν εκδοθεί μέσω ΦΗΜ, ανεξαρτήτως αξίας αυτών, στην ίδια ή σε άλλη επαγγελματική εγκατάσταση του υπόχρεου, η λειτουργία της επαγγελματικής εγκατάστασης όπου διενεργήθηκε ο έλεγχος, αναστέλλεται αμελλητί για ενενήντα έξι (96) ώρες.
  • Σε κάθε επόμενη διαπίστωση από τον ίδιο μερικό επιτόπιο έλεγχο των παραβάσεων, εντός δύο (2) φορολογικών ετών από τη διαπίστωσή τους σε οποιαδήποτε επαγγελματική εγκατάσταση του υπόχρεου, η λειτουργία της επαγγελματικής εγκατάστασης στην οποία διενεργήθηκε ο έλεγχος αναστέλλεται αμελλητί για δέκα (10) ημέρες.