Οι αναλυτές της αντιτρομοκρατικής εστιάζουν σε έναν κύκλο 30 με 40 ατόμων που προέρχονται από τον χώρο των αντεξουσιαστών, έχοντας εμπλοκή σε προηγούμενες επιθέσεις με γκαζάκια, καταλήψεις και επεισόδια στη Θεσσαλονίκη. Αυτή η δεξαμενή υπόπτων εξετάζεται για τον εντοπισμό των τριών δραστών της φονικής εμπρηστικής επίθεσης, καθώς και του “ιθύνοντος νου” – του ατόμου δηλαδή που επέλεξε τους στόχους, σχεδίασε την επίθεση και καθοδήγησε τους νεαρούς. Παράλληλα, οι αρχές αναζητούν το “σημείο μηδέν”, τον τόπο δηλαδή όπου οι δράστες κατέφυγαν μετά την επίθεση και πιθανώς κρύφτηκαν σε κάποιο διαμέρισμα-καβάντζα.
Από τα μέχρι στιγμής στοιχεία, αξιωματικοί της αντιτρομοκρατικής καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι τρεις δράστες χρησιμοποίησαν δύο ιδιόκτητα μηχανάκια, τα οποία δεν έχουν εντοπιστεί, γι’ αυτό και δεν τα έκαψαν μετά την ολοκλήρωση της επίθεσης. Όπως προκύπτει από το υλικό των καμερών, είχαν καλύψει τα χαρακτηριστικά τους και δεν έφεραν μαζί τους κινητά τηλέφωνα.
Το Μοιραίο Λάθος και το “Σημείο Μηδέν”
Ο καθοδηγητής και οι τρεις νεαροί οργάνωσαν με κάθε λεπτομέρεια τη φονική επίθεση, όμως, όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν οι αστυνομικοί, είναι βέβαιοι ότι διέπραξαν ένα μοιραίο λάθος που θα οδηγήσει στην αποκάλυψη της ταυτότητάς τους. Για τον λόγο αυτό, επικεντρώνουν τις έρευνες στον τελικό προορισμό των μηχανών μετά την ολοκλήρωση των καταδρομικών επιθέσεων.
Δηλαδή, φεύγοντας από το σημείο της επίθεσης, κινήθηκαν με προκαθορισμένο δρομολόγιο, ακολουθώντας συγκεκριμένους δρόμους για να φτάσουν στον τελικό τους προορισμό, όπου και έκρυψαν τα μηχανάκια και κρύβονται οι ίδιοι. Θεωρούν ότι, ακολουθώντας τη διαδρομή που κατέγραψαν οι κάμερες, θα φτάσουν στο “σημείο μηδέν”, δηλαδή εκεί όπου κατέληξαν οι τρεις δράστες μετά την επίθεση. Το δεύτερο επίπεδο ερευνών επικεντρώνεται στο αν στο “σημείο μηδέν” οι τρεις νεαροί αφαίρεσαν τα κράνη που φορούσαν, με αποτέλεσμα κάποια κάμερα να συλλάβει τα πρόσωπά τους, ή αν κατευθύνθηκαν προς συγκεκριμένο διαμέρισμα πολυκατοικίας όπου και κρύφτηκαν. Από τον εντοπισμό της διεύθυνσης αυτού του σπιτιού, εκτιμούν ότι θα καταφέρουν να φτάσουν στην ταυτότητα των δραστών.
Την ίδια ώρα, στα εγκληματολογικά εργαστήρια έχουν μεταφερθεί τα υπολείμματα των τριών εμπρηστικών μηχανισμών, καθένας από τους οποίους αποτελούνταν από ένα γκαζάκι μεσαίου μεγέθους και ένα μπιτόνι βενζίνης. Μέχρι στιγμής, δεν έχουν εντοπιστεί αποτυπώματα, καθώς τα υπολείμματα είναι ουσιαστικά στάχτες, καθιστώντας δύσκολη την ανίχνευση ιχνών DNA. Εκτιμάται, ωστόσο, ότι ίσως υπάρχει κάποιο σημείο που δεν έχει καεί ολοσχερώς, όπου ενδεχομένως να υπάρχει ίχνος DNA κάποιου από τους κατασκευαστές ή αυτού που τοποθέτησε τους αυτοσχέδιους εμπρηστικούς μηχανισμούς.
Η Κεραία Ενεργοποίησης
Παράλληλα, διενεργείται σάρωση των κεραιών κινητής τηλεφωνίας, σε μια προσπάθεια να εντοπιστούν στίγματα κινητών τηλεφώνων, κυρίως όσον αφορά στο σημείο αφετηρίας και τον τελικό προορισμό των τριών νεαρών. Τα πρώτα στοιχεία υποδεικνύουν ότι οι δράστες δεν είχαν κινητά τηλέφωνα πάνω τους ή τα είχαν κλειστά. Ωστόσο, δεν αποκλείεται, μετά την ολοκλήρωση της επίθεσης, να ενεργοποίησαν τα κινητά τους τηλέφωνα, δίνοντας έτσι το στίγμα των κινήσεών τους. Η διαδικασία εντοπισμού αυτών των στιγμάτων είναι χρονοβόρα και αναμένεται να ολοκληρωθεί τις επόμενες ημέρες. Παρ’ όλα αυτά, όλα δείχνουν ότι οι αστυνομικοί έχουν μία σαφή εικόνα για τον τρόπο σχεδιασμού της επίθεσης και αναζητούν τον άνθρωπο που σχεδίασε τους μηχανισμούς, επέλεξε τους στόχους και κατηύθυνε τους τρεις νεαρούς, καθώς και τους φυσικούς αυτουργούς, δηλαδή αυτούς που προέβησαν στην τοποθέτηση των γκαζακίων.
