Στις τρέχουσες πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις εστίασε ο Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Αλέξης Τσίπρας, σε συζήτηση με τη δημοσιογράφο Φανή Παπαγεωργίου, στο πλαίσιο του 30ού Annual Government Roundtable του Economist, λίγο πριν την ολοκλήρωσή του. Στη συνάντηση αναλύθηκαν οι σημαντικότερες προκλήσεις της περιόδου.
Ερωτηθείς για πιθανές μεταμέλειες κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του, ο κ. Τσίπρας ανέφερε:
“Σε αυτό το βιβλίο με πολύ μεγάλη ειλικρίνεια και με συναισθηματικό βάθος προσπάθησα να εμβαθύνω στην πολιτική μου διαδρομή, ιδίως στην περίοδο διακυβέρνησης. Θέλω να πω ότι κανένας άλλος πρωθυπουργός που διαχειρίστηκε κρίσιμες στιγμές για τη χώρα, όπως όλοι μας, δεν έχει κάνει κάτι αντίστοιχο. Εκεί καταγράφω τόσο τα λάθη όσο και τα σωστά, τις επιτυχίες και τις αποτυχίες. Νομίζω ότι δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει κάνει λάθη. Ωστόσο, σε γενικές γραμμές, μπορώ να δηλώσω ότι αισθάνομαι συγκίνηση και υπερηφάνεια, διότι στις κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις πάντοτε επέλεγα την υπεράσπιση του δημοσίου και του εθνικού συμφέροντος. Επομένως, δεν είναι ότι δεν επέτρεψα σε κανέναν να βγάλει τη χώρα από την Ευρωζώνη, αλλά ότι δεν ήταν στρατηγική μου κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, η στρατηγική μου ήταν να πετύχουμε μια συμφωνία για το χρέος, για την αναδιάρθρωση που έδωσε ανάσα και προοπτική στην ελληνική οικονομία. Είμαι ευτυχής διότι, παρά τις πολύ μεγάλες δυσκολίες και το πολιτικό κόστος που αναλάβαμε – καθώς κληθήκαμε να διαχειριστούμε αδυναμίες που βρήκαμε – αφήσαμε 37 δισ. στα ταμεία, το χρέος ρυθμισμένο, και το τραπέζι στρωμένο για να δρέψουν καρπούς άλλοι, ενώ η οικονομία βρισκόταν ξανά σε αναπτυξιακή πορεία”.
Σχετικά με την Εξωτερική πολιτική, ο Αλέξης Τσίπρας δήλωσε:
“Μετά τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Τουρκία, η κριτική που άσκησα μοιάζει να δικαιώνεται. Πρώτα απ’ όλα, παρατηρούμε μια νέα ισορροπία δυνάμεων, με τις ΗΠΑ να προχωρούν στην προαναγγελθείσα στροφή προς τον Ινδοειρηνικό και να μεταβιβάζουν το βάρος της αντιμετώπισης της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία στην Ευρώπη. Αυτό από μόνο του δεν είναι αρνητικό. Ωστόσο, το αρνητικό είναι ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, αδύναμες και χωρίς σαφή γεωπολιτικό προσανατολισμό, δεν έχουν το θάρρος να χαράξουν μια σαφή γεωπολιτική στρατηγική προς όφελος της ευρωπαϊκής ηπείρου. Δεν ενισχύουν την ευρωπαϊκή αυτονομία, δεν διεκδικούν την Ειρήνη στην Ουκρανία, δεν διεκδικούν τη διπλωματική λύση για τα πυρηνικά στο Ιράν, δεν διεκδικούν τον τερματισμό της γενοκτονίας στη Γάζα, ούτε τη βιώσιμη λύση στο Κυπριακό. Βλέπουμε μια Ευρώπη και Ευρωπαίους ηγέτες που δεν ανταποκρίνονται στις περιστάσεις. Το ΝΑΤΟ, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, είναι μια Συμμαχία με δύο βασικά, οξύμωρα χαρακτηριστικά. Το πρώτο είναι διαχρονικό: ένα μέλος της Συμμαχίας απειλείται διαρκώς με πόλεμο από άλλο μέλος – η Τουρκία εναντίον της Ελλάδας. Και επιπλέον, η Τουρκία κατέχει το βόρειο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας εδώ και 52 χρόνια, μετά από εισβολή, και αντί να πιέζεται για να σταματήσει, επιβραβεύεται. Το δεύτερο οξύμωρο αφορά το γεγονός ότι η ηγέτιδα δύναμη της Συμμαχίας, οι ΗΠΑ, απαξιώνουν την ίδια τη Συμμαχία. Και αντί οι Ευρωπαίοι ηγέτες να δουν αυτό ως αφορμή, ως ευκαιρία για να ενισχύσουν τη δική τους γεωστρατηγική αυτονομία, με έναν υποτακτικό τρόπο προσπαθούν να εξευμενίσουν τον πρόεδρο Τραμπ. Μάταια. Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, οι τελευταίες εξελίξεις γεννούν μεγάλες ανησυχίες, συμπεριλαμβανομένης της Εθνικής Ασφάλειας. Έχω καταθέσει εδώ και καιρό την έντονη διαφωνία μου με τη στρατηγική της κυβέρνησης Μητσοτάκη στην Εξωτερική Πολιτική. Η κυβέρνηση εγκατέλειψε το δόγμα της πολυδιάστατης Εξωτερικής Πολιτικής που ακολουθούσαν όλες οι κυβερνήσεις από το 1974 και μετά, για να υιοθετήσει, όπως το θέτεται, ένα δόγμα «λευκής επιταγής», του συμμάχου που είναι έτοιμος να πει «ναι σε όλα»).
“Προφανώς, κανείς δεν αμφισβητεί σε ποιο πλευρό βρισκόμαστε”, δήλωσε ο κ. Τσίπρας. “Αυτό που λέω, και το είπα από την πρώτη στιγμή, είναι ότι η ίδια η Ευρώπη πρέπει να έχει μια στρατηγική διπλωματικής λύσης. Και η διπλωματική λύση επιτυγχάνεται μόνο μέσω πρωτοβουλιών. Ο ίδιος ο πρόεδρος Τραμπ ακολουθεί την πολιτική. Γιατί λοιπόν να είναι ο κ. Ερντογάν συμμέτοχος σε αυτή τη διαδικασία και όχι η ελληνική κυβέρνηση;”, διερωτήθηκε σχετικά με το ζήτημα της Ουκρανίας.
Στη συνέχεια, αναφέρθηκε στην ανάγκη για τη δημιουργία ενός εθνικού ταμείου ανάπτυξης, επισημαίνοντας:
“Έχουμε βρει τον τρόπο, αντλώντας πόρους από το τεχνικό πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων και μέσω μόχλευσης αυτών των πόρων με ιδιωτικά κεφάλαια, να έχουμε τη δυνατότητα κάθε χρόνο να κατευθύνονται 3-4 δισ. ευρώ με στόχο τη στήριξη της αναπτυξιακής πορείας της χώρας. Οι κλάδοι που χρειάζονται στήριξη είναι ο μεταποιητικός, ο αγροτοδιατροφικός, καθώς και ο κλάδος της καινοτομίας και των νέων τεχνολογιών”.
Τέλος, περιέγραψε την οικονομική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, η οποία βασίζεται σε τρεις πυλώνες:
“Ο πρώτος είναι η στήριξη του κοινωνικού κράτους. Αυτό αποτελεί ευθύνη και υποχρέωση της πολιτείας να στηρίζει τη δημόσια παιδεία, την υγεία, τις υποδομές, ανταποδίδοντας στον πολίτη τη φορολογική του στήριξη. Ο δεύτερος πυλώνας είναι η φορολογική δικαιοσύνη, δηλαδή η δίκαιη κατανομή των βαρών. Και ο τρίτος πυλώνας είναι η δημοσιονομική σταθερότητα. Και οι τρεις πυλώνες είναι κρίσιμοι. Κάθε πρόταση που ακούτε από εμάς θα έχει σαφή κοινωνική στόχευση, θα μοιράζει τα βάρη δίκαια και θα βρίσκεται εντός των υφιστάμενων πλαισίων”.
