Από την Ενεργειακή Κρίση στον Φόβο του Πληθωριστικού Εγκλωβισμού: Μια Βαθύτερη Ανάλυση

Η επανεμφάνιση του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη δεν είναι ένα απλό, περαστικό φαινόμενο. Αντιθέτως, αναδεικνύει μια σοβαρή διαρθρωτική αδυναμία: την έντονη ενεργειακή εξάρτηση και τις πολιτικές επιλογές που προκύπτουν, επιβαρύνοντας σημαντικά τα δημόσια οικονομικά.

Τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ επιβεβαιώνουν ότι η εικόνα οικονομικής σταθεροποίησης, με τον πληθωρισμό κοντά στον στόχο του 2%, έχει πλέον διαταραχθεί. Το νέο ενεργειακό σοκ, που συνδέεται άμεσα με τις γεωπολιτικές εντάσεις και τις διαταραχές στις ενεργειακές ροές, επαναφέρει τον πληθωρισμό ως μια κεντρική απειλή για την οικονομία.

Η άνοδος του πληθωρισμού στο 2,5% δεν αποτελεί απλή αριθμητική απόκλιση. Είναι ισχυρή ένδειξη ότι οι πιέσεις στις τιμές της ενέργειας διαχέονται σε ολόκληρη την οικονομία, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για στασιμοπληθωρισμό. Αυτό είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό για τις οικονομίες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενα καύσιμα.

Σε αυτό το δύσκολο περιβάλλον, η στρατηγική διαχείρισης της κρίσης μέσω των επιδοτήσεων αποκαλύπτει τα όριά της. Η εμπειρία του 2022, όπως επισημαίνει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), δείχνει ότι ένα μεγάλο μέρος των μέτρων ήταν είτε μη στοχευμένο, είτε προκαλούσε στρεβλώσεις στην αγορά.

Η οριζόντια στήριξη, αντί να προστατεύει αποτελεσματικά τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά, κατέληξε σε σημαντικό βαθμό να ενισχύει τα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Αυτό υπονομεύει τόσο την κοινωνική δικαιοσύνη όσο και τη δημοσιονομική αποτελεσματικότητα. Έτσι, οι επιδοτήσεις δεν λειτούργησαν μόνο ως προσωρινό «μαξιλάρι», αλλά και ως παράγοντας που διαιωνίζει την κατανάλωση ακριβής ενέργειας, επιβαρύνοντας τα δημόσια οικονομικά χωρίς να αντιμετωπίζει τη ρίζα του προβλήματος.

Η προειδοποίηση της Κριστίν Λαγκάρντ, προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη λογική: όσο η Ευρώπη παραμένει εξαρτημένη από εισαγόμενη ενέργεια και ορυκτά καύσιμα, θα παραμένει ευάλωτη σε εξωγενή σοκ. Αυτά τα σοκ μετατρέπονται άμεσα σε πληθωριστικές πιέσεις και αυξημένες δημοσιονομικές ανάγκες.

Η άνοδος των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου δεν επηρεάζει μόνο το επίπεδο των τιμών. Συμπιέζει την οικονομική δραστηριότητα, περιορίζοντας τα περιθώρια ανάπτυξης και δυσχεραίνοντας σημαντικά το έργο της νομισματικής πολιτικής.

Η ΕΚΤ βρίσκεται αναγκασμένη να κυνηγήσει δύο ασύμβατους μεταξύ τους στόχους: να συγκρατήσει τον πληθωρισμό, χωρίς να πλήξει περαιτέρω μια ήδη εύθραυστη ανάκαμψη. Το συμπέρασμα είναι σαφές: η σύνδεση πληθωρισμού, ενέργειας και δημοσιονομικής πολιτικής δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά. Οι οριζόντιες επιδοτήσεις, πέρα από το υψηλό κόστος τους, τείνουν να αναπαράγουν το πρόβλημα που καλούνται να λύσουν.

Παράλληλα, η απουσία στρατηγικής ενεργειακής απεξάρτησης καθιστά κάθε νέα κρίση πιο δαπανηρή από την προηγούμενη. Χωρίς μια στροφή σε στοχευμένα μέτρα και, κυρίως, χωρίς την επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης, η Ευρώπη κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε έναν φαύλο κύκλο: ενεργειακά σοκ, πληθωριστικές εξάρσεις, δαπανηρές δημοσιονομικές παρεμβάσεις και, τελικά, εκ νέου ευαλωτότητα.