ΔιαΝΕΟσις: Στα 3,66 δισ. ευρώ οι δαπάνες Έρευνας – Οι προκλήσεις της ελληνικής καινοτομίας και οι προτάσεις για το μέλλον

Η παραγωγή νέας γνώσης και η μετατροπή της σε εμπορεύσιμα προϊόντα, υπηρεσίες και τελικά σε κοινωνική ευημερία, στηρίζεται ουσιαστικά στο εθνικό σύστημα καινοτομίας. Το σύστημα αυτό αποτελεί ένα σύνθετο πλέγμα που συνδέει τα πανεπιστήμια, τα ερευνητικά ιδρύματα, τις επιχειρήσεις και τους κρατικούς φορείς. Η αποτελεσματικότητα του εν λόγω δικτύου κρίνεται, πρωτίστως, από την ποιότητα και την ουσιαστικότητα της συνεργασίας μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών.

Θετικά βήματα, αύξηση δαπανών και άνθηση των startups

Η πρόσφατη μελέτη της διαΝΕΟσις καταγράφει αξιοσημείωτη πρόοδο σε βασικούς δείκτες που αφορούν την καινοτομία. Συγκεκριμένα, οι συνολικές δαπάνες για Έρευνα και Ανάπτυξη (Ε&Α) έφτασαν τα 3,66 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 1,3 δισ. ευρώ σε σύγκριση με το 2019. Αυτή η εξέλιξη φέρνει την Ελλάδα στην 13η θέση της ΕΕ-27 όσον αφορά την ένταση των ερευνητικών δαπανών.

Σε θεσμικό επίπεδο, ξεχωρίζουν οι δράσεις του ΕΛΙΔΕΚ για την ενίσχυση της χρηματοδότησης της έρευνας, καθώς και το πρόγραμμα «Ερευνώ-Καινοτομώ» που στοχεύει στη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ της επιστήμης και της αγοράς. Παράλληλα, οι νόμοι 4712/2020 και 5162/2024 εισήγαγαν σημαντικές φορολογικές διευκολύνσεις, όπως η έκπτωση φόρου έως 50% για επενδύσεις «επιχειρηματικών αγγέλων» (business angels) σε νεοφυείς επιχειρήσεις, καθώς και ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση για τα δικαιώματα προαίρεσης αγοράς μετοχών (stock options) των εργαζομένων.

Στο πεδίο της επιχειρηματικότητας, παρατηρείται μια αυξανόμενη προσέλκυση Άμεσων Ξένων Επενδύσεων υψηλής τεχνολογίας, καθώς και η δημιουργία Κέντρων Αριστείας από διεθνείς πολυεθνικές εταιρείες. Από το 2017, ο αριθμός των νέων επιχειρήσεων που ιδρύονται υπερβαίνει τον αριθμό αυτών που κλείνουν. Το ποσοστό των επιχειρηματικών εγχειρημάτων υψηλής ή μέσης τεχνολογικής έντασης ανήλθε στο 7,6% το 2023, ξεπερνώντας τον μέσο όρο των χωρών μεσαίου εισοδήματος (6,6%) – μια σημαντική αύξηση από το 4,4% του 2019. Επιπλέον, το 17% αυτών των εταιρειών προσφέρει 6 ή περισσότερες θέσεις εργασίας κατά τα πρώτα έτη λειτουργίας τους.

Η χώρα διαθέτει επίσης ένα ισχυρό ανθρώπινο δυναμικό. Το 45% των νέων ηλικίας 25-34 ετών είναι απόφοιτοι Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης (έναντι 43% στην ΕΕ). Επιπλέον, η αναλογία νέων διδακτόρων σε τομείς STEM ανά 1.000 κατοίκους διαμορφώνεται στο 0,7, μια τιμή πολύ κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο (0,8).

Γραφειοκρατία, έλλειψη πατεντών και αποκοπή από την αγορά

Παρά τις θετικές εξελίξεις, οι διαρθρωτικές αδυναμίες παραμένουν έντονες. Η ερευνητική διαδικασία επιβαρύνεται σημαντικά από τη γραφειοκρατία στους Ειδικούς Λογαριασμούς Κονδυλίων Έρευνας (ΕΛΚΕ). Επίσης, οι ελληνικές αιτήσεις για διπλώματα ευρεσιτεχνίας στο Ευρωπαϊκό Γραφείο Ευρεσιτεχνιών είναι 15 φορές λιγότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (10,3 ανά εκατομμύριο κατοίκους έναντι 152,2).

Στον τομέα των δημόσιων προμηθειών καινοτομίας, η Ελλάδα κατατάσσεται 16η μεταξύ 30 ευρωπαϊκών χωρών. Η συνολική δημόσια δαπάνη για την παιδεία παραμένει χαμηλή, στο 4% του ΑΕΠ, τοποθετώντας τη χώρα στην 24η θέση της ΕΕ-27, ενώ ο μέσος όρος της ΕΕ είναι 4,7%.

Το ερευνητικό οικοσύστημα εμφανίζεται κατακερματισμένο. Σύμφωνα με τον δείκτη GII 2024, η Ελλάδα βρίσκεται στην 106η θέση σε σύνολο 133 χωρών όσον αφορά τη συνεργασία μεταξύ επιχειρήσεων και πανεπιστημίων για Έρευνα & Ανάπτυξη. Επίσης, καταλαμβάνει την 118η θέση στη δημιουργία επιχειρηματικών συστάδων (clusters). Αποτέλεσμα αυτής της απομόνωσης είναι οι εξαγωγές προϊόντων μέσης και υψηλής τεχνολογίας να αποτελούν μόλις το 24% των συνολικών εξαγωγών, ενώ ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος αγγίζει το 62%.

Το έλλειμμα σε δεξιότητες και τη δια βίου μάθηση

Η αναντιστοιχία μεταξύ του εκπαιδευτικού συστήματος και των απαιτήσεων της αγοράς εργασίας είναι εμφανής. Το 36,6% των νέων πτυχιούχων (25-34 ετών) απασχολείται σε θέσεις που δεν απαιτούν πτυχίο, ένα ποσοστό που κατατάσσει την Ελλάδα δεύτερη στην ΕΕ (με μέσο όρο 23%). Παράλληλα, το 36% των βιομηχανικών επιχειρήσεων δηλώνει ότι δυσκολεύεται να καλύψει κενές θέσεις εργασίας, με το 46% εξ αυτών να αναφέρει έλλειψη κατάλληλων γνώσεων από το υπάρχον προσωπικό.

Επιπλέον, η συμμετοχή του πληθυσμού ηλικίας 25-64 ετών σε προγράμματα διά βίου μάθησης περιορίζεται στο 4,4% (πολύ χαμηλότερο από το 13,3% στην ΕΕ). Μόλις το 18% των επιχειρήσεων επένδυσε σε τέτοια προγράμματα το 2020, ενώ μόνο το 13% παρέχει εκπαίδευση για την ενίσχυση των ψηφιακών δεξιοτήτων των εργαζομένων (έναντι 22% στην ΕΕ).

Οι τρεις άξονες για την επόμενη ημέρα

Για την αντιμετώπιση των υφιστάμενων στρεβλώσεων και την ενίσχυση της καινοτομίας, η διαΝΕΟσις προτείνει τρεις βασικούς άξονες:

  • Υιοθέτηση Εθνικής Στρατηγικής (ΕΣΕΤΑΚ): Διαμόρφωση ενός μακροπρόθεσμου σχεδίου που θα περιλαμβάνει συγκεκριμένες «αποστολές» και μετρήσιμα ορόσημα για την ελληνική καινοτομία.
  • Θεσμική ενοποίηση: Δημιουργία ενός Ενιαίου Υπουργείου Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας, με στόχο την εξάλειψη των συναρμοδιοτήτων. Παράλληλα, απαιτείται η συστηματική ενίσχυση της έρευνας από τον κρατικό προϋπολογισμό.
  • Επιχειρησιακή αναβάθμιση: Δραστική μείωση της γραφειοκρατίας στους ΕΛΚΕ, τυποποίηση των διαδικασιών, υιοθέτηση μιας κουλτούρας λελογισμένου ρίσκου στον δημόσιο τομέα και ενεργή μεταφορά καλών πρακτικών από άλλες χώρες.