Η υπόθεση Qatargate συνεχίζει να προκαλεί έντονες πολιτικές συζητήσεις, με τις εξελίξεις να επεκτείνονται πέρα από τον πρώην Ευρωπαίο επίτροπο Δημήτρη Αβραμόπουλο. Στο δημόσιο διάλογο έχει επανέλθει, επίσης, το όνομα του νυν υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και πρώην αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μαργαρίτη Σχοινά. Από το περιβάλλον του κ. Σχοινά, ωστόσο, ξεκαθαρίζουν κατηγορηματικά ότι δεν υπήρξε καμία απολύτως επικοινωνία με τις βελγικές δικαστικές αρχές σχετικά με την υπόθεση.
Όπως επισημαίνουν, όλες οι αποφάσεις σχετικά με τις θεωρήσεις για το Κατάρ και το Κουβέιτ ελήφθησαν με ομόφωνη απόφαση του Κολλεγίου των Επιτρόπων. Η διαδικασία αυτή βασίστηκε σε ενδελεχή έρευνα και σε θετική εισήγηση των αρμόδιων υπηρεσιών της Επιτροπής.
Παράλληλα, τονίζεται ότι ο υπουργός δεν έχει δεχθεί καμία επικοινωνία ή αίτημα από τις βελγικές αρχές που να συνδέεται με την έρευνα για τον Δημήτρη Αβραμόπουλο ή με ζητήματα άρσης ασυλίας.
Στο επίκεντρο η συνεργασία Αβραμόπουλου με τη Fight Impunity
Σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, οι βελγικές αρχές διερευνούν τον ρόλο του Δημήτρη Αβραμόπουλου στο πλαίσιο της υπόθεσης Qatargate. Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στη συνεργασία του με τη ΜΚΟ Fight Impunity, η οποία ιδρύθηκε από τον πρώην ευρωβουλευτή Αντόνιο Παντσέρι, ένα από τα κεντρικά πρόσωπα της υπόθεσης.
Μετά την ολοκλήρωση της θητείας του στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο κ. Αβραμόπουλος εντάχθηκε στην εν λόγω οργάνωση, λαμβάνοντας αμοιβή 5.000 ευρώ μηνιαίως για συμβουλευτικές υπηρεσίες. Το συνολικό ποσό, που εκτιμάται περίπου στα 73.000 ευρώ, βρίσκεται υπό εξέταση από τις ανακριτικές αρχές στο πλαίσιο της έρευνας.
Το σκάνδαλο Qatargate
Το Qatargate έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ως μία από τις πλέον σοβαρές υποθέσεις διαφθοράς που έχουν απασχολήσει τους ευρωπαϊκούς θεσμούς τα τελευταία χρόνια. Οι έρευνες ξεκίνησαν μετά από καταγγελίες για απόπειρες επηρεασμού ευρωπαϊκών αποφάσεων υπέρ του Κατάρ.
Στο πλαίσιο των ερευνών, πραγματοποιήθηκαν έφοδοι σε διάφορα σημεία των Βρυξελλών, κατά τις οποίες κατασχέθηκαν περίπου 1,5 εκατομμύριο ευρώ σε μετρητά. Ακολούθησαν συλλήψεις και διώξεις για αδικήματα όπως διαφθορά, ξέπλυμα χρήματος και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση.
Μεταξύ των προσώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο της υπόθεσης ήταν και η πρώην αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Εύα Καϊλή, η οποία διώχθηκε ποινικά, χωρίς όμως να έχει υπάρξει μέχρι σήμερα καταδικαστική απόφαση εις βάρος της.
Η υπόθεση εξακολουθεί να απασχολεί τις βελγικές δικαστικές αρχές και παραμένει ένα από τα σοβαρότερα πλήγματα στην αξιοπιστία των ευρωπαϊκών θεσμών, προκαλώντας εκτεταμένες συζητήσεις για την ανάγκη αυστηρότερων κανόνων διαφάνειας, ελέγχου των λόμπι και δεοντολογίας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
