Την Παρασκευή, 22 Μαΐου, η Ευρωπαία Γενική Εισαγγελέας, Λάουρα Κοβέσι, απέστειλε επιστολή προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, επισημαίνοντας ότι οι πρόσφατες νομοθετικές τροποποιήσεις και αποφάσεις, όπως η τροπολογία Φλωρίδη, έχουν αρνητική επίδραση στην ανεξάρτητη και αποτελεσματική λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO) στην Ελλάδα. Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση, η εσπευσμένη τροποποίηση του Ελληνικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η οποία θεσπίζει ειδική διαδικασία για κακουργήματα που διαπράττονται από μέλη του Κοινοβουλίου, επηρεάζει αρνητικά την ικανότητα της EPPO να διερευνά και να διώκει αποτελεσματικά αδικήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της στην Ελλάδα.
Επιπλέον, η πρόσφατη άρνηση του Ελληνικού Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου να αναγνωρίσει την πλήρη ισχύ της απόφασης του Σώματος της EPPO, η οποία έλαβε χώρα στις 12 Νοεμβρίου 2025 για την ανανέωση της θητείας τριών Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων για πέντε έτη, έχει επίσης αρνητική επίδραση στην ανεξαρτησία της EPPO στην Ελλάδα. Η Ευρωπαία Γενική Εισαγγελέας ενημέρωσε την Κομισιόν σχετικά με αυτές τις εξελίξεις, οι οποίες εγείρουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη συμμόρφωση των ελληνικών Αρχών με την υποχρέωση ειλικρινούς συνεργασίας, σύμφωνα με το Άρθρο 4, παράγραφος 3, της ΣΕΕ. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποτελεί την ανεξάρτητη εισαγγελική αρχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αρμόδια για τη διερεύνηση, δίωξη και παραπομπή στη δικαιοσύνη εγκλημάτων που στρέφονται κατά των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ.
Ενστάσεις Κοβέσι για τις δίκες-εξπρές των βουλευτών και η απάντηση Φλωρίδη
Η Ευρωπαία Εισαγγελέας Λόρα Κοβέσι εκφράζει την έντονη ανησυχία και δυσαρέσκειά της για την τροπολογία που κατατέθηκε τη Δευτέρα το βράδυ, η οποία προβλέπει την επιτάχυνση της εκδίκασης ποινικών υποθέσεων που αφορούν βουλευτές. Θεωρεί ότι επιχειρείται ο αποκλεισμός των εντεταλμένων Ευρωπαίων εισαγγελέων.
Η διάταξη ορίζει ότι σε ποινικές υποθέσεις βουλευτών, «για τα κακουργήματα, η ανάκριση διεξάγεται υποχρεωτικά, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης, από ειδικό εφέτη ανακριτή». Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία επισημαίνει ότι η προτεινόμενη διάταξη είναι σαφώς ασυμβίβαστη με τον κανονισμό λειτουργίας της, καθώς δεν εξαιρεί από την εφαρμογή της τις υποθέσεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της.
Η διάταξη είναι επίσης ασυμβίβαστη με την ελληνική νομοθεσία, η οποία προβλέπει ότι οι εντεταλμένοι Ευρωπαίοι εισαγγελείς ασκούν όλες τις εξουσίες ενός ανακριτή, με εξαίρεση τη διεξαγωγή της εξέτασης του κατηγορουμένου και τη λήψη αποφάσεων σχετικά με περιοριστικά μέτρα και προσωρινή κράτηση. Εκτιμάται ότι η διάταξη αγνοεί πλήρως τις εξουσίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και των εξουσιοδοτημένων εισαγγελέων της, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο της ΕΕ, αναθέτοντας την κύρια έρευνα για κακουργήματα που διαπράττονται από μέλη του Κοινοβουλίου σε εθνικό ανακριτή. Αυτό δημιουργεί περαιτέρω διαφοροποίηση στη μεταχείριση συγκεκριμένης κατηγορίας πολιτών που ερευνώνται για αδικήματα, κάτι που δεν επιτρέπεται βάσει του εφαρμοστέου δικαίου της Ένωσης.
Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εκφράζει ιδιαίτερες ανησυχίες για το πολύ αυστηρό χρονικό όριο για την ολοκλήρωση της κύριας έρευνας των κακουργημάτων. Πηγές αναφέρουν ότι το ασφυκτικό χρονικό όριο θα μπορούσε να περιορίσει σημαντικά τη δυνατότητα αποτελεσματικής διερεύνησης των αδικημάτων σε υποθέσεις που είναι συχνά πολύπλοκες.
Ειδικότερα, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εκφράζει ανησυχία «για την ταχύτητα της νομοθετικής διαδικασίας». «Οι πιθανές επιπτώσεις των αλλαγών είναι ευρείες και η βιαστική έγκρισή τους, η οποία δεν αφήνει καμία ουσιαστική ευκαιρία για σωστό έλεγχο ή συζήτηση, φαίνεται να αντιβαίνει στην αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας όσον αφορά την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ στην Ελλάδα».
Επιπλέον, είναι ιδιαίτερα μεγάλη η δυσαρέσκεια για την εισαγωγή του νομοσχεδίου για ένα τόσο θεμελιώδες ζήτημα λίγες ώρες πριν από την ψήφισή του, εξαλείφοντας έτσι κάθε πιθανότητα σοβαρής συζήτησης και εισάγοντας ένα αδικαιολόγητο στοιχείο επείγοντος χαρακτήρα.
Η απάντηση Φλωρίδη
Στη συζήτηση για τη διάταξη που αφορά την επιτάχυνση της δικαστικής διαδικασίας σε υποθέσεις πολιτικών προσώπων, αναφέρθηκε από το βήμα της Βουλής ο υπουργός Δικαιοσύνης, Γιώργος Φλωρίδης, στο πλαίσιο της συζήτησης του νομοσχεδίου για την αναμόρφωση του Κληρονομικού Δικαίου. Αναφερόμενος στην πρόσφατη επίσκεψη της Ευρωπαίας Εισαγγελέως, Λάουρα Κοβέσι, στην Ελλάδα, την επίσκεψή της στο υπουργείο Δικαιοσύνης και τη συμμετοχή της στο Φόρουμ των Δελφών, μετέφερε «κατά λέξη» τα λεγόμενά της στο συνέδριο: «Είχα αυτή τη συζήτηση με τον υπουργό Δικαιοσύνης σχετικά με τις αλλαγές στην νομοθεσία. Κατάλαβα» δήλωσε η κα Κοβέσι, «ότι θέλουν να κάνουν κάτι για να επιταχυνθεί η διαδικασία. Το καλωσορίζω πραγματικά και συμφωνώ ότι πρέπει να κάνουμε κάτι».
Κατά συνέπεια, σημείωσε ο κ. Φλωρίδης, «όταν συζητάμε εδώ, ότι εμείς πήραμε μία πρωτοβουλία, η οποία ενδεχομένως να περιορίζει τα δικαιώματα των Ευρωπαίων Εισαγγελέων, αυτό είναι προφανές ότι δεν μπορεί να έχει σχέση με την αλήθεια». Τόνισε, μάλιστα, ότι έκανε «μία νομοτεχνική βελτίωση, ώστε να μη μείνει καμιά αμφιβολία, πέρα από τις δηλώσεις που έχω κάνει εδώ, ότι ο ιδρυτικός νόμος για την ευρωπαϊκή εισαγγελία που καθορίζει τις ανακριτικές αρμοδιότητες, ο οποίος είναι βεβαίως συμβατός με τον κανονισμό, δεν υφίσταται καμία απολύτως αλλαγή. Τα ανακριτικά δικαιώματα που έχει η ευρωπαϊκή εισαγγελία, συνεχίζει να τα έχει.»
Τι λέει η κυβέρνηση
Από την πλευρά της, η κυβέρνηση ισχυρίζεται πως «η διάταξη δεν αλλάζει στο παραμικρό τον ρόλο των εισαγγελέων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας». «Ο ρόλος του ειδικού εφέτη ανακριτή είναι ακριβώς αυτός που προβλέπεται στη νομοθεσία για τον ανακριτή στη νομοθεσία περί Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας», αναφέρουν κυβερνητικές πηγές.
Όσον αφορά τα χρονοδιαγράμματα που ορίζονται από την τροπολογία, αναφέρεται ότι ίσχυαν για πολιτικούς και κρατικούς αξιωματούχους εν γένει μέχρι το 2019, οπότε και καταργήθηκαν με τον Ποινικό Κώδικα του ΣΥΡΙΖΑ. «Αποσκοπούν στην ταχύτερη δυνατή εκδίκαση υποθέσεων με ιδιαίτερο πολιτικό και κοινωνικό αντίκτυπο, χωρίς καμία έκπτωση ως προς τις αρχές της δίκαιης δίκης».
