Η Ελλάδα σημείωσε μια αξιοσημείωτη μείωση στον πληθωρισμό, ιδίως στα τρόφιμα, ωστόσο, το φαινόμενο της ακρίβειας παραμένει αισθητό. Το ουσιαστικό ζητούμενο είναι η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού να αποτυπωθεί με σταθερότητα από τις τιμές στο ράφι έως το τελικό καλάθι του καταναλωτή, μετατρέποντας έτσι τη στατιστική βελτίωση σε πραγματική ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης.
Αυτή την επισήμανση κάνει το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς (ΕΒΕΠ), με αφορμή τα τελικά στοιχεία της Eurostat για τον Ιούλιο του 2026, που δείχνουν σημαντική αποκλιμάκωση στον εναρμονισμένο πληθωρισμό της Ελλάδας, τοποθετώντας τη χώρα σε καλύτερη θέση σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Σύμφωνα με το επιμελητήριο, ο εναρμονισμένος πληθωρισμός (ΕΔΤΚ) στην Ελλάδα υποχώρησε στο 2,7% τον Ιούλιο, από 3,9% τον Ιούνιο. Αντίστοιχα, στην Ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο 2,9% και στην ΕΕ-27 στο 3,0%.
Η Ελλάδα παρουσίασε επίσης τη μεγαλύτερη μηνιαία μείωση του εναρμονισμένου δείκτη μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, κατά 1,4%. Ωστόσο, τονίζεται ότι η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού δεν πρέπει να ταυτίζεται με γενικευμένη μείωση του επιπέδου των τιμών. Πολλά αγαθά και υπηρεσίες εξακολουθούν να διατηρούν υψηλότερες τιμές σε σχέση με τα προηγούμενα τέσσερα έτη, ασκώντας συνεχή πίεση στην αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και στο λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στη σύγκριση των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat. Η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει για τον Ιούλιο ετήσια αύξηση 3,4% στον εθνικό Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΔΤΚ), ενώ η Eurostat αναφέρει 2,7% για την Ελλάδα στον εναρμονισμένο ΔΤΚ. Αυτές οι διαφορές δεν είναι αντιφατικές, καθώς ο εθνικός ΔΤΚ αποτυπώνει την εγχώρια πραγματικότητα, ενώ ο εναρμονισμένος ΔΤΚ, με κοινή ευρωπαϊκή μεθοδολογία, διευκολύνει τις διακρατικές συγκρίσεις.
Η εικόνα γίνεται πιο σύνθετη στην κατηγορία των τροφίμων. Με βάση τον εθνικό ΔΤΚ της ΕΛΣΤΑΤ, η ομάδα «Διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά» παρουσίασε ετήσια αύξηση 0,4%, ενώ με βάση τον εναρμονισμένο ΔΤΚ σημείωσε μείωση -0,4% και μηνιαία -1,4%. Πίσω από αυτούς τους μέσους όρους, όμως, κρύβονται σημαντικές αποκλίσεις.
Καταγράφονται σημαντικές ανατιμήσεις σε βασικά είδη διατροφής, όπως το μοσχαρίσιο κρέας (+14,3%) και το αρνί/κατσίκι (+12,4%). Ωστόσο, η μεγάλη πτώση στις τιμές του ελαιόλαδου (-21,7%), των φρούτων/λαχανικών (-9,4%) και άλλων κατηγοριών, συγκρατούν τον συνολικό δείκτη τροφίμων.
Το παράδοξο στην κατηγορία των τροφίμων είναι ότι, ενώ ο εναρμονισμένος δείκτης (Eurostat) καταγράφει πτώση σε σχέση με τον Ιούλιο του 2025, ο εθνικός ΔΤΚ (ΕΛΣΤΑΤ) εμφανίζει αύξηση για την ίδια βασική ομάδα. Η διαφορά αυτή δεν οφείλεται σε λάθος, αλλά στη διαφορετική μεθοδολογία και σταθμίσεις των δύο δεικτών. Ο εθνικός ΔΤΚ εστιάζει στο κόστος κατανάλωσης των ελληνικών νοικοκυριών, ενώ ο ΕΔΤΚ στοχεύει στις ευρωπαϊκές συγκρίσεις.
Αυτό σημαίνει ότι η βαρύτητα διαφορετικών προϊόντων και καταναλωτικών δαπανών διαφέρει στους δύο δείκτες. Έτσι, μεγάλες μειώσεις σε ορισμένα τρόφιμα μπορούν να αντισταθμίσουν αυξήσεις άλλων προϊόντων στον ΕΔΤΚ, ενώ με τις σταθμίσεις του εθνικού ΔΤΚ το τελικό αποτέλεσμα παραμένει οριακά θετικό. Οι αποκλίσεις εντός του «καλαθιού» είναι τεράστιες. Η ΕΛΣΤΑΤ αναφέρει ότι οι αυξήσεις σε ψωμί, βόειο, χοιρινό, αρνί/κατσίκι, πουλερικά και γαλακτοκομικά, αντισταθμίστηκαν σε μεγάλο βαθμό από μειώσεις σε ελαιόλαδο, φρούτα, λαχανικά, ψάρια κ.ά. Αυτό εξηγεί γιατί ο καταναλωτής βλέπει αυξήσεις σε προϊόντα που αγοράζει συχνά, ενώ ο επίσημος μέσος δείκτης τροφίμων δείχνει σχεδόν μηδενική ετήσια μεταβολή.
Στην Ευρωζώνη, η Eurostat καταγράφει αύξηση 1,2% τον Ιούλιο για την ευρύτερη κατηγορία τροφίμων, αλκοόλ και καπνού, έναντι 1,5% τον Ιούνιο. Παρότι επιβραδύνθηκε η αύξηση των τροφίμων, ο συνολικός πληθωρισμός της Ευρωζώνης αυξήθηκε στο 2,9%. Κύριος λόγος είναι η μεταφορά της πίεσης στις υπηρεσίες (1,55 ποσοστιαίες μονάδες) και την ενέργεια (0,94 μονάδες), ενώ τα τρόφιμα, αλκοόλ και καπνός συνεισέφεραν μόλις 0,23 μονάδες.
Στην Ελλάδα, τα τρόφιμα έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 21% της στάθμισης του εθνικού ΔΤΚ. Ως εκ τούτου, οι μεταβολές στις τιμές των τροφίμων επηρεάζουν πολύ περισσότερο την καθημερινή αντίληψη της ακρίβειας από ό,τι υποδηλώνει ο γενικός δείκτης. Η θετική εικόνα του Ιουλίου απαιτεί συνέχεια και διάρκεια. Η Ελλάδα πέτυχε σημαντική αποκλιμάκωση και ο πληθωρισμός των τροφίμων περιορίστηκε αισθητά, αλλά το πρόβλημα της ακρίβειας παραμένει. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να μειωθεί ο πληθωρισμός, αλλά η αποκλιμάκωση να περάσει σταθερά από το ράφι στο καλάθι, ώστε να μετατραπεί από στατιστική βελτίωση σε πραγματική ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης.
Δήλωση προέδρου ΕΒΕΠ, Βασίλη Κορκίδη
«Η υποχώρηση του εναρμονισμένου πληθωρισμού της Ελλάδας στο 2,7%, χαμηλότερα από το 2,9% της Ευρωζώνης και το 3% της ΕΕ, αποτελεί αναμφίβολα θετική εξέλιξη», δήλωσε ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ, Βασίλης Κορκίδης. «Δεν συγχέουμε βεβαίως την αποκλιμάκωση του ρυθμού αύξησης των τιμών με την επιστροφή των τιμών στα προηγούμενα επίπεδα. Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον πάντα βρίσκεται στο καλάθι των τροφίμων. Ο μέσος δείκτης μπορεί να εμφανίζει αρνητική μεταβολή, όμως πίσω από αυτόν συνυπάρχουν διψήφιες αυξήσεις σε βασικά είδη και μεγάλες μειώσεις σε άλλα. Για τα νοικοκυριά, που αγοράζουν καθημερινά, το καλάθι παραμένει συνολικά ακριβότερο, ενώ η προσωπική αίσθηση του πληθωρισμού είναι διαφορετική από τον μέσο στατιστικό δείκτη. Για την αγορά, επομένως, το ζητούμενο δεν είναι μόνο να μειωθεί ο πληθωρισμός, αλλά ο ΔΤΚ. Η αποκλιμάκωση να αποκτήσει διάρκεια, να περάσει στις τελικές τιμές, να ενισχύσει την αγοραστική δύναμη και να δημιουργήσει χώρο για μεγαλύτερη κατανάλωση χωρίς νέα πίεση στο κόστος των επιχειρήσεων. Η μάχη κατά της ακρίβειας χρειάζεται μεγαλύτερο ανταγωνισμό, χαμηλότερο ενεργειακό και χρηματοδοτικό κόστος, ομαλότητα στις εφοδιαστικές αλυσίδες και ενίσχυση του εισοδήματος. Ο πληθωρισμός είναι ο ρυθμός μεταβολής των τιμών, όχι το ύψος τους. Ο ΔΤΚ είναι το θερμόμετρο των τιμών, ενώ ο πληθωρισμός είναι η ταχύτητα με την οποία αλλάζει η ένδειξή του. Η πραγματική επιτυχία θα έρθει όταν η βελτίωση των δεικτών γίνει μόνιμα αισθητή στο ταμείο της επιχείρησης και στο πορτοφόλι του καταναλωτή».
