Πριν από έναν χρόνο, οι απειλές του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ για επιβολή τεράστιων δασμών σε σχεδόν κάθε προϊόν που εισερχόταν στην αμερικανική αγορά είχαν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στις αγορές και παγκόσμιες προσπάθειες προστασίας από έναν νέο εμπορικό πόλεμο. Γιατί, λοιπόν, η σημερινή, παρόμοια απειλή, προκάλεσε ελάχιστη αναστάτωση;
Η διαφορά δεν οφείλεται μόνο στην αυξημένη τάση των αγορών να αγνοούν τις δηλώσεις της Ουάσινγκτον. Ο βασικότερος λόγος είναι ότι ο Τραμπ έχει χάσει το πιο ισχυρό νομικό εργαλείο που χρησιμοποιούσε για την αιφνιδιαστική επιβολή δασμών.
Μια απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ τον Φεβρουάριο περιόρισε σημαντικά την προεδρική εξουσία στην επιβολή δασμών, κρίνοντας ότι ο Λευκός Οίκος υπερέβη τις αρμοδιότητες που του είχαν παραχωρηθεί από το Κογκρέσο. Ωστόσο, η απόφαση αυτή δεν σταμάτησε την προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να συνεχίσει την επιθετική εμπορική πολιτική της.
Την περασμένη Παρασκευή, ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε μέσω της πλατφόρμας Truth Social ότι κάθε ευρωπαϊκή χώρα που εφαρμόζει φόρο ψηφιακών υπηρεσιών θα αντιμετωπίσει «άμεσα» δασμό 100% σε όλα τα προϊόντα που εξάγει στις ΗΠΑ. Υποστήριξε, μάλιστα, ότι ο νέος δασμός θα υπερισχύει ακόμη και υφιστάμενων εμπορικών συμφωνιών.
Το τελεσίγραφο εστιάζει σε έναν τομέα που εδώ και χρόνια αποτελεί πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ Ουάσινγκτον και Ευρώπης: τη φορολόγηση των ψηφιακών υπηρεσιών.
Φορολόγηση της ψηφιακής οικονομίας
Οι φόροι ψηφιακών υπηρεσιών επιτρέπουν στις κυβερνήσεις να εισπράττουν έσοδα από μεγάλες διαδικτυακές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στις χώρες τους, ακόμη και αν αυτές δεν εμφανίζουν κέρδη εκεί.
Αυτοί οι φόροι επηρεάζουν εταιρείες όπως η Google, μέσω της διαδικτυακής διαφήμισης, καθώς και υπηρεσίες streaming μουσικής, όπως η Spotify.
Ο Τραμπ υποστηρίζει εδώ και χρόνια ότι τέτοιοι φόροι στοχεύουν δυσανάλογα αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες, καθώς πολλές από τις μεγαλύτερες του κλάδου έχουν την έδρα τους στις ΗΠΑ. Σε ορισμένες περιπτώσεις, παρόμοια εκτίμηση έχει διατυπώσει και η μη κομματική υπηρεσία ερευνών του Κογκρέσου.
Ωστόσο, η δυνατότητα της αμερικανικής κυβέρνησης να μετατρέψει αυτή την απειλή σε άμεση εμπορική πράξη έχει περιοριστεί σημαντικά. Κατά την διάρκεια προηγούμενων εμπορικών συγκρούσεων, η κυβέρνηση Τραμπ είχε επικαλεστεί τον νόμο International Emergency Economic Powers Act του 1977 (IEEPA), υποστηρίζοντας ότι της παρείχε την εξουσία να επιβάλει γρήγορα δασμούς υπό το πρίσμα οικονομικών «εκτάκτων αναγκών». Ήταν μια πρωτοφανής ερμηνεία του νόμου, καθώς κανένας προηγούμενος πρόεδρος δεν είχε χρησιμοποιήσει αυτή τη νομοθεσία με παρόμοιο τρόπο.
Το Ανώτατο Δικαστήριο τελικά έκρινε ότι η κυβέρνηση είχε υπερβεί τα όρια της εκτελεστικής εξουσίας. Ο επικεφαλής δικαστής Τζον Ρόμπερτς υπογράμμισε στην απόφαση ότι, όταν το Κογκρέσο παραχωρεί εξουσία επιβολής δασμών, το κάνει με σαφείς διαδικασίες και περιορισμούς.
Η απόφαση αυτή σημαίνει ότι ο πρόεδρος δεν μπορεί να επιβάλει δασμούς απλώς κατά βούληση. Πρέπει να ακολουθήσει τις διαδικασίες που προβλέπει η αμερικανική εμπορική νομοθεσία.
Το πιο αργό «σχέδιο Β» του Τραμπ
Μετά την απόφαση του Φεβρουαρίου, η κυβέρνηση Τραμπ στράφηκε σε πιο περιορισμένες επιλογές. Μία από αυτές ήταν ένας οριζόντιος δασμός 10%, ο οποίος έχει προσωρινό χαρακτήρα και αναμένεται να λήξει τον επόμενο μήνα. Παράλληλα, ο Λευκός Οίκος ξεκίνησε μια σειρά ερευνών βάσει του Άρθρου 301 του αμερικανικού εμπορικού νόμου, οι οποίες θα μπορούσαν ενδεχομένως να οδηγήσουν σε υψηλότερους δασμούς.
Ωστόσο, η διαδικασία είναι πολύ πιο χρονοβόρα. Οι έρευνες μπορούν να διαρκέσουν μήνες πριν καταλήξουν σε μέτρα. Σημειώνεται ότι κατά την πρώτη θητεία Τραμπ, η κυβέρνησή του είχε ξεκινήσει αντίστοιχες έρευνες εναντίον ευρωπαϊκών χωρών για τους φόρους ψηφιακών υπηρεσιών. Οι διαδικασίες αυτές, όμως, δεν κατέληξαν σε νέους δασμούς, αλλά χρησιμοποιήθηκαν κυρίως ως εργαλείο πίεσης στις διαπραγματεύσεις.
Η κυβέρνηση Τραμπ θα μπορούσε να επαναφέρει αυτές τις διαδικασίες και να προσπαθήσει να επιταχύνει την επιβολή μέτρων. Ωστόσο, η ιδέα ότι ένας δασμός 100% μπορεί να επιβληθεί από τη μία μέρα στην άλλη φαίνεται πλέον πολύ πιο δύσκολο να υλοποιηθεί.
Αυτό εξηγεί γιατί η τελευταία απειλή προς την Ευρώπη δεν προκάλεσε την ίδια ανησυχία με τις προηγούμενες. Οι αγορές αναγνωρίζουν ότι η εμπορική επιθετικότητα της Ουάσινγκτον παραμένει, αλλά γνωρίζουν επίσης ότι οι νομικοί περιορισμοί έχουν αλλάξει τα δεδομένα.
Η εποχή των αιφνιδιαστικών δασμών με μια απλή προεδρική υπογραφή έχει γίνει σημαντικά πιο δύσκολη. Αυτό μειώνει τη διαπραγματευτική δύναμη του Τραμπ, ακόμα κι αν η ρητορική του παραμένει σκληρή.
