Η Κατερίνα Τσιρίδου, μια «εκρηκτική» καλλιτέχνιδα, ξεσηκώνει το κοινό με τη φωνή της και τη μαεστρία της στο μπαγλαμά. Παράλληλα, κουβαλάει μια βαθιά σκέψη, η οποία εκφράζεται τόσο στο τραγούδι όσο και στα βιβλία που υπογράφει. Σε συνέντευξή της στα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ» 90,1 FM, η Κατερίνα Τσιρίδου μίλησε για την πολυδιάστατη δημιουργία της, την αυτοπεποίθησή της, την προσωπική της διαδρομή και τις διεθνείς της εμπειρίες.
Κατερίνα Τσιρίδου: «Το ρεπερτόριο με έσωσε, ζυγίζω 100 κιλά όλη μου τη ζωή»
Δεν σας απασχόλησε ποτέ η εικόνα σας, το στυλ ή η προβολή σας στα μέσα, όπως συνηθίζεται πλέον στο τραγούδι;
Όχι, ποτέ. Ζυγίζω περίπου 100 κιλά, σταθερά, εδώ και πολλά χρόνια. Η αύξηση αυτή οφείλεται στην εγκυμοσύνη μου με τον γιο μου, στα 19 μου, και τα κιλά αυτά παρέμειναν. Κυμαίνομαι γύρω στα 90-100 κιλά, πάντα τριψήφιο νούμερο. Δεν έδωσα σημασία σε αυτό, αν και ορισμένες φορές αποτέλεσε εμπόδιο. Όταν είσαι δίπλα σε μια άλλη τραγουδίστρια με ένα πολύ προκλητικό στυλ, η επιλογή μπορεί να γίνει δύσκολη. Ευτυχώς, το ρεμπέτικο ρεπερτόριο, όπου οι ερμηνευτές συνήθως κάθονται, μου στάθηκε αρωγός. Η ουσία εκεί είναι η φωνή και η ερμηνεία, όχι η επίδειξη σώματος.
Εντυπωσιάζει η αυτοπεποίθησή σας. Είναι κάτι που είχατε πάντα ή το καλλιεργήσατε;
Το είχα από πάντα, δεν μπορώ να εξηγήσω πώς το απέκτησα.
Το βιβλίο σας «Επαγγελματίας χοντρή» προκαλεί με τον τίτλο του. Τι σας οδήγησε στη συγγραφή του;
Ο τίτλος «Επαγγελματίας χοντρή» ήταν αυθόρμητος, δεν τον σκέφτηκα καν. Ήταν αδιαπραγμάτευτος. Η παχύσαρκη γυναίκα χρειάζεται να καταβάλει τεράστια προσπάθεια για να γίνει αρεστή και, πρωτίστως, αποδεκτή. Αντιμετωπίζει δυσκολίες στην ένδυση, αισθάνεται bullying στην εργασία, δυσκολίες στην καθημερινότητα, ακόμη και στις σχέσεις της. Όλα αυτά τα βιώνω ως τραγουδίστρια και ως μητέρα, όχι ως σύζυγος, καθώς ο δεύτερος σύζυγός μου με αγαπάει αδιαπραγμάτευτα και ήταν αυτός που με παρότρυνε να γράψω τις ιστορίες μου σε ένα βιβλίο.
Η Κατερίνα Τσιρίδου για την αρχή της καριέρας της και τις διεθνείς εμφανίσεις
Πώς ξεκίνησε η πορεία σας στο τραγούδι;
Ο πατέρας μου ήθελε πολύ να γίνω τραγουδίστρια και με προέτρεψε με πεισματικά. Μια βραδιά, σε ηλικία 18 ετών, μετά από λίγο αλκοόλ, με ανέβασαν στη σκηνή. Χωρίς να θυμάμαι τίποτα, έκλεισα συνεργασία και συμφώνησα για μεροκάματο. Ο πατέρας μου ήταν ευτυχής. Την επόμενη μέρα, ξύπνησα και έπρεπε να πάω στη σχολή μου (ήμουν βρεφονηπιοκόμος) και μετά στην πρόβα με την ορχήστρα. Δεν θυμόμουν τίποτα, αλλά ο πατέρας μου με πήγε στην «Παλιά μαρκίζα» για την πρόβα. Ήμουν πολύ ντροπαλή, μπροστά σε σπουδαίους μουσικούς όπως ο Στέλιος Βαμβακάρης, ο Σπύρος Λιόσης και ο Χάικ Γιαζιτζιάν, με 16μελή ορχήστρα. Η πρώτη μου δουλειά ήταν σε μια τέτοια ορχήστρα. Τραγουδούσα κοιτάζοντας το ταβάνι από ντροπή.
Είναι αυτή η «ωραία» πλευρά της σύγχρονης λαϊκής τραγουδίστριας;
Έχει στοιχεία από την παλιά εποχή. Επειδή ξεκίνησα με σπουδαίους καλλιτέχνες της παλιάς σχολής, εντάχθηκα σε αυτήν την κατηγορία.
Πώς μάθατε μουσική, αφού παίζετε μπαγλαμά;
Έπαιξα λίγο πιάνο ως παιδί, αλλά είμαι αυτοδίδακτη.
Και φωνητική δεν κάνατε; Το ταλέντο είναι αποκλειστικά δικό σας; Τραγουδούσατε από μικρή;
Ναι, από μικρή.
Ασχοληθήκατε με εμφανίσεις στο εξωτερικό, στην Αμερική ή την Αυστραλία;
Εστιάζω στην Ευρώπη και τη Σκανδιναβία, όπου το ρεμπέτικο αγαπιέται ιδιαίτερα. Οι «Greek nights» δεν είναι τόσο δημοφιλείς, γι’ αυτό και οι εμφανίσεις μας απευθύνονται κυρίως σε ξένο κοινό, γεμίζοντας θέατρα και σκηνές.
Σκέφτεστε να εξερευνήσετε άλλα μουσικά είδη ή παραμένετε αφοσιωμένη στο ρεμπέτικο;
Ερμηνεύω διάφορα είδη, καθώς αγαπώ την καλή μουσική και έχω πολλά τραγούδια μέσα μου. Ωστόσο, το ρεμπέτικο παραμένει το πάθος μου.
*Δημοσιεύθηκε στα Παραπολιτικά
