Η πρόσφατη πρόσκληση από την επιφανή «Λέσχη Μπίλντεμπεργκ της Κηφισιάς» αφορούσε μια άγνωστη μέχρι πρότινος προσωπικότητα. Η Θεώνη Κουφονικολάκου, με εμφανή άνεση και στυλ, έκανε την είσοδό της στην ομάδα που έχουν συστήσει ο Απόστολος Ταμβακάκης και ο Πέτρος Ευθυμίου. Μετά την αποχώρησή της, οι συνομιλητές της εξέφρασαν την άποψη: «Μπορεί να υποστηρίξει μια πολιτική, αρκεί να υπάρχει». Παρά την ετοιμότητά της να απαντήσει, ήταν εμφανής η αμφιβολία τους. Η «πορτ παρόλ» του Τσίπρα μπορεί να υποστηρίξει την ΕΛΑΣ, αλλά η ΕΛΑΣ δεν μπορεί να στηρίξει την «πορτ παρόλ».
Το newsletter του webreporter καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ.
Στην ουσία, ορισμένες δηλώσεις του «αφεντικού» της προκαλούν αμηχανία. Τι μπορεί να απαντήσει για κάποιους που δηλώνουν «δεν δίνω δεύτερη ευκαιρία στον εαυτό μου, αλλά στη χώρα» και ότι το 1% που θα φορολογηθεί με 1%, αφορά… 70 οικογένειες; Ή που, για να αποδείξει ότι «περνούσαμε καλύτερα το 2019», παραθέτει δημοσκοπήσεις που δείχνουν ότι ακόμη και ο ίδιος το 2023 είχε καλύτερες επιδόσεις από αυτές που αναμένεται να έχει στις επόμενες εκλογές; Και αναμένει από τον Σαμαρά να «μικρύνει τη διαφορά με τη ΝΔ».
Η κριτική στον Ανδρουλάκη και η ηγετοποίηση Μητσοτάκη
Η συζήτηση με την Κουφονικολάκου στη «λέσχη της Κηφισιάς» περιλάμβανε και την εκτίμηση του Αλέξη Τσίπρα: «Ο Νίκος Ανδρουλάκης είχε τη δυνατότητα να κερδίσει τον Μητσοτάκη, ήταν τρία χρόνια μόνος του, χωρίς τη δική μου παρουσία, αλλά η βελόνα ήταν κολλημένη —θα ξεκολλήσει τώρα;».
Η ανάλυση προχώρησε στην ερμηνεία ότι ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ φέρει ευθύνη για τη μακροημέρευση του σημερινού Πρωθυπουργού —λόγω της στάσης του το 2023, στις εκλογές με την απλή αναλογική. Αν και το ΠΑΣΟΚ δεν έχει «σύνδρομο της Στοκχόλμης» για να αγαπήσει αυτόν που «απήγαγε» τους ψηφοφόρους του, μεταξύ 2012-19, επανήλθε ένα συχνό θέμα στις αντιπαραθέσεις ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΣΟΚ: ποιος είναι υπεύθυνος για την «ηγετοποίηση» και την οκταετή κυριαρχία του Μητσοτάκη, και ποιος τον διευκολύνει να επιδιώξει, μάλιστα, την επέκτασή της;
Η περίοδος 2018-2019 και οι λανθασμένοι χειρισμοί
Η αξιολόγηση αφορά, εκ των πραγμάτων, τον Τσίπρα, επί ημερών του οποίου εμφανίστηκε ο Μητσοτάκης ως πολιτικός αρχηγός και εξελίχθηκε σε νικητή των εκλογών. Γιατί δεν τον αναχαίτισε ο τότε επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ και Πρωθυπουργός; Παρότι διέθετε τον κατάλληλο «εξοπλισμό»: υπερτερούσε σε σκηνική παρουσία, οδήγησε τη χώρα εκτός Μνημονίου, έλυσε το Μακεδονικό, και κατά γενική αναγνώριση «δεν έκλεβε», ούτε το κόμμα του επιβαρύνθηκε με οικονομικά σκάνδαλα.
Η αλήθεια είναι ότι, ενώ οι πιθανότητες ήταν υπέρ του Τσίπρα, τις ανέτρεψε ο ίδιος με τις αναποφασιστικότητές του και χονδροειδή λάθη, τα οποία αποτέλεσαν «δώρο» για τον αντίπαλό του. Η αρχή έγινε τον Αύγουστο του 2018, με τη λήξη του Μνημονίου, την οποία τίμησε με στενά κομματικές εκδηλώσεις. Ταυτόχρονα, δεν απομάκρυνε από την κυβέρνηση τον Καμμένο, με τον οποίο η ακατάλληλη συνεργασία υποτίθεται ότι θα έληγε με το Μνημόνιο. Τον ανέχθηκε ως υπουργό του, ακόμα και όταν στη Βουλή αμφισβητούσε τις αποφάσεις του στο Μακεδονικό.
Από τις ευρωεκλογές έως τη βαριά ήττα του 2023
Ακολούθησε το αλαλούμ της συμμετοχής του ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωπαϊκές και αυτοδιοικητικές εκλογές τον Μάιο του 2019. Η σύνθεση του ευρωψηφοδελτίου ήταν τραγελαφική και στους δήμους οι υποψήφιοι με το χρίσμα του Τσίπρα έλαβαν ποσοστά ακόμη και στο 5% του κομματικού ποσοστού. Στην Περιφέρεια Αττικής, όπου ψηφίζει το 35% του συνόλου της επικράτειας, κατέβασε τη Δούρου, η οποία επιβαρυνόταν με το ζήτημα του Ματιού. Η αναμενόμενη συντριβή της εξελίχθηκε, εύλογα, σε πρόδρομο γεγονός για τις βουλευτικές εκλογές —που θα διεξάγονταν τον επόμενο Οκτώβριο. Σ’ αυτό το μέτωπο, ο τότε Πρωθυπουργός «αυτοπυροβολήθηκε». Το ίδιο βράδυ εμφανίστηκε με ψυχολογία «τα ρέστα μου» και προκήρυξε πρόωρες εκλογές, καταστρέφοντας τον κομματικό σχεδιασμό για τη φθινοπωρινή αναμέτρηση.
Εκτός από την ελλιπή προετοιμασία, δεν πρόλαβε να αξιοποιήσει το πλεόνασμα των 37 δισ. ευρώ και έχασε τις ευκαιρίες να διορίσει επίτροπο στην Κομισιόν, την ηγεσία της Δικαιοσύνης —και στη συνέχεια διοικητή στην Τράπεζα της Ελλάδος. Ήταν αναπόφευκτο να επικρατήσει ο Μητσοτάκης.
Ωστόσο, η παραδοσιακή εκλογική βάση του ΠΑΣΟΚ, που τον ανέδειξε το 2012-15, του έδωσε μια ακόμη ευκαιρία με το 32%. Αλλά δεν την αξιοποίησε απέναντι στον «χειρότερο πρωθυπουργό από τη Μεταπολίτευση»: απέτυχε να μετασχηματίσει τον ΣΥΡΙΖΑ και να εξελιχθεί ο ίδιος σε φυσικό επικεφαλής της Δημοκρατικής παράταξης. Δεν κατάφερε ούτε καν να απομακρύνει τον ρεβανσιστή Πολάκη, και τους χειρισμούς για τα Τέμπη, που κλόνιζαν την κυβέρνηση, ανέλαβε ο… Νίκος Παππάς. Πρακτικά, καλούσε τους ψηφοφόρους να τον ξανακάνουν Πρωθυπουργό για να επαναφέρει στην κυβέρνηση την ομάδα με την οποία ηττήθηκε το 2019 —και αργότερα θα αποδοκίμαζε ο ίδιος με τις αυτοκαταστροφικές αφηγήσεις του στην «Ιθάκη».
Η ίδρυση της ΕΛΑΣ και ο προνομιακός αντίπαλος
Ήταν εύκολο για τον επαγγελματισμό του Μητσοτάκη να τον ρίξει στο καναβάτσο με σκορ 41%-18%. Η παραδοσιακή ροή ψήφων, υπέρ της αντιπολίτευσης και κατά της κυβέρνησης, ανατράπηκε. Όχι γιατί ο Μητσοτάκης ήταν καλός, αλλά γιατί ο Τσίπρας εμφανίστηκε χειρότερος.
Ακολούθησε η τρίτη φάση, στην οποία ο Τσίπρας —εκών άκων— στήριξε αυτόν που τον είχε ήδη νικήσει επανειλημμένα: πρόσφερε στον Μητσοτάκη την απουσία από τη Βουλή. Δεν αναμετρήθηκε μαζί του ούτε μία φορά στην κοινοβουλευτική περίοδο που εκπνέει —παρά τη λαϊκή εντολή να ασκήσει τον ρόλο του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Συν τις απείρου κάλλους εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ: από τον Κασσελάκη ως τον Φάμελλο και τις νέες διασπάσεις, που κανοναρχούσε ως μαριονετίστας από το παρασκήνιο. Αντί να κάνει αντιπολίτευση, επιδόθηκε σε εσωκομματικές ίντριγκες και… ταξίδια! Για να επιχειρήσει το 2026 αυτό που έπρεπε να είχε ολοκληρώσει το 2019: την πολιτική του «επικαιροποίηση».
Με την ίδρυση της ΕΛΑΣ, αναλυτές θεωρούν ότι ο Μητσοτάκης ξαναβρήκε τον αντίπαλο που προτιμούσε. Το νέο κόμμα πλασάρεται ως συμπληρωματική δύναμη, διάδοχη και όχι ανατρεπτική της πολιτικής. Προσαρμοζόμενο στους κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας και τις επιδιώξεις του εγχώριου κατεστημένου. Εμφανώς, ο Μητσοτάκης, που φοβάται ότι θα ξυπνήσει ο «πράσινος γίγαντας» του ΠΑΣΟΚ, αντιμετωπίζει τον Τσίπρα ως προνομιακό του αντίπαλο —σαν να του ανταποδίδει όσα του χρωστάει. Σ’ αυτό το πλαίσιο, τι να πει και η Κουφονικολάκου…
