Η Ελληνική Λύση (ΕΛΑΣ) παρουσίασε ένα όραμα για μια διαφορετική πολιτική διακυβέρνηση, εστιάζοντας στην κοινωνία και την «κουλτούρα υπηρεσίας» προς τους πολίτες, όπως ανέπτυξε η εκπρόσωπος Τύπου του κόμματος, Θεώνη Κουφονικολάκου, σε συνέντευξή της στο Action 24. Η κ. Κουφονικολάκου έκανε λόγο για τις σοβαρές επιπτώσεις της επταετούς διακυβέρνησης του Κ. Μητσοτάκη στη χώρα και τους πολίτες, τονίζοντας τις αρνητικές εξελίξεις σε βασικούς τομείς της καθημερινότητας. Παράλληλα, παρουσίασε διεξοδικά το πρόγραμμα της ΕΛΑΣ, το οποίο θέτει στο επίκεντρο την κοινωνία και τον παραγωγικό μετασχηματισμό της χώρας.
Οι αιχμές για την αγοραστική δύναμη και την ανεργία
Η εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛΑΣ έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην επιδείνωση της κατάστασης στη χώρα, παραθέτοντας στοιχεία που καταδεικνύουν ότι οι Έλληνες βρίσκονται χαμηλά στην Ευρώπη όσον αφορά την αγοραστική δύναμη. Ο μέσος ετήσιος ακαθάριστος μισθός στην Ελλάδα ανέρχεται σε 18.000 ευρώ, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 40.000 ευρώ. Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, όπως επισήμανε η Θεώνη Κουφονικολάκου, οι πολίτες αναφέρουν ότι ζούσαν καλύτερα το 2019, ιδιαίτερα σε θέματα ακρίβειας και διαφθοράς.
Σχετικά με την ανεργία, η εκπρόσωπος Τύπου υπενθύμισε ότι ο αριθμός των νέων θέσεων εργασίας που δημιουργήθηκαν από το 2015 έως το 2019 είναι ίδιος με αυτόν που δημιουργήθηκε από το 2019 έως σήμερα. Τόνισε, επιπλέον, ότι οι θέσεις εργασίας που ανακοινώνει η κυβέρνηση ότι είναι 600.000, στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τη Eurostat, ανέρχονται σε 400.000.
Επεσήμανε επίσης τη σημαντική διαφορά στο πλαίσιο που αφορούσε τον πληθωρισμό και την ακρίβεια. Οι λογαριασμοί ρεύματος ήταν 40% με 45% χαμηλότεροι, ενώ υπήρχε παράλληλα ένα συνεκτικό πρόγραμμα στήριξης για τις ευάλωτες ομάδες, το οποίο συνέβαλε στη βελτίωση του δείκτη φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού.
Το πρόγραμμα της ΕΛΑΣ και ο ρόλος του Αλέξη Τσίπρα
Σύμφωνα με τη Θεώνη Κουφονικολάκου, ο Αλέξης Τσίπρας παρουσίασε ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα τετραετούς διακυβέρνησης, με στόχο την αποτελεσματική διαχείριση των ήδη καταγεγραμμένων αναγκών. Επισήμανε την ανάγκη καθορισμού δεικτών παρακολούθησης για την υλοποίηση των στόχων κάθε προγράμματος.
Ανέδειξε την «επώδυνη αντίφαση» μεταξύ των προτάσεων της ΝΔ και της ΕΛΑΣ. Η κ. Κουφονικολάκου ανέφερε ότι ο κ. Μητσοτάκης δεν παρουσίασε «κανένα σχέδιο, ούτε κάποιο ολοκληρωμένο όραμα για την επόμενη μέρα», ειδικά σε ό,τι αφορά την «παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, η οποία δεν μπορεί πλέον να βασίζεται αποκλειστικά στην τουριστική μονοκαλλιέργεια και στα ακίνητα, που αποτελούν πάνω από 40% των επενδύσεων αυτή τη στιγμή…».
Τι είπε για το στεγαστικό
Όσον αφορά το στεγαστικό πρόβλημα, η ΕΛΑΣ, όπως εξήγησε η εκπρόσωπος Τύπου, προτείνει ένα «ολοκληρωμένο σχέδιο, με στόχο την προστασία των πολιτών από τη δυσανάλογη στεγαστική επιβάρυνση», αντί για «μέτρα πυροτεχνήματα». Το σχέδιο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την προστασία της πρώτης κατοικίας, τη διεύρυνση των κριτηρίων συμμετοχής και ευαλωτότητας, καθώς και την υποχρεωτική συμμετοχή των πιστωτών.
Η κ. Κουφονικολάκου πρόσθεσε ότι το πρόγραμμα της ΕΛΑΣ περιλαμβάνει τη χρηματοδότηση για την ανακαίνιση χιλιάδων κλειστών κατοικιών, ώστε να διατεθούν για μακροχρόνιες μισθώσεις, την παροχή κινήτρων στους δήμους για τον περιορισμό των βραχυχρόνιων μισθώσεων, και τη δημιουργία ενός Οργανισμού Κοινωνικά Προσιτής Κατοικίας.
«Είμαστε κόμμα τριών μηνών – Έχουμε σκληρή δουλειά μπροστά μας»
Τέλος, η Θεώνη Κουφονικολάκου τόνισε ότι η ΕΛΑΣ, ως κόμμα τριών μηνών, δεν έχει ακόμη αναπτύξει πλήρως τη δυναμική του. «Είναι ένα κόμμα το οποίο έχει πολύ σκληρή δουλειά μπροστά του σε ό,τι αφορά τη διαβούλευση, την αλληλεπίδραση, την εξειδίκευση, την αποσαφήνιση…».
Απαντώντας σε ερώτηση για τους στόχους της ΕΛΑΣ, η εκπρόσωπος Τύπου ανέφερε: «Υπάρχει τεράστιο ζήτημα διαφθοράς και τεράστιο ζήτημα απόσυρσης της εμπιστοσύνης των ανθρώπων από την πολιτική, και αυτό είναι μια επείγουσα ανάγκη για μένα. Επομένως, ο ρόλος και ο λόγος για τον οποίο συμμετέχουμε σε όλο αυτό δεν είναι για να πάρουμε την εξουσία… Είναι για να στηρίξουμε την κοινωνία. Προϋπόθεση για να στηρίξουμε την κοινωνία είναι να περάσουμε από το ορόσημο του να αναλάβουμε την ευθύνη της διακυβέρνησης, την ευθύνη της διακυβέρνησης με μια κουλτούρα υπηρεσίας απέναντι στους πολίτες, την ευθύνη, όχι την εξουσία της διακυβέρνησης που δεν μας αφορά».
