Ανάλυση: Μια Σκακιέρα Χωρίς Νικητές για Τσίπρα και Ανδρουλάκη – Το Crash Test των Δύο Πολιτικών Αρχηγών

Πριν από τρία χρόνια, μια κυρία, με την προβολή στελέχους του ΠΑΣΟΚ, προέβη σε καταγγελία εναντίον ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ για «ξυλοδαρμό και βιασμό». Ωστόσο, η καταγγελία έγινε με καθυστέρηση και χωρίς το κρίσιμο στοιχείο του χρόνου και του χώρου. Ούτε η καταγγέλλουσα, ούτε ο καταγγελθείς απασχολούν πλέον τον δημόσιο βίο. Παρόλα αυτά, τα όρια ανάμεσα στο ιδιωτικό και το δημόσιο, στο προσωπικό και το κομματικό, στη σοβαρότητα και τη σαπουνόπερα, στο νομικό και το πολιτικό, θόλωσαν. Και η θολούρα αυτή παραμένει, όπως αποδεικνύεται από δύο επίκαιρα περιστατικά.

Το πρώτο περιστατικό αφορά μια άλλη κυρία, η οποία, δυσαρεστημένη από τον Ανδρουλάκη, μετακινήθηκε προς τον Τσίπρα. Η κυρία αυτή είχε έναν διαπληκτισμό – ως θύμα πιθανώς – με έναν παλιό γνωστό της, βουλευτή του ΠΑΣΟΚ, στα παρασκήνια μιας περιθωριακής εκπομπής, και προσέφυγε στη Δικαιοσύνη εναντίον του. Αυτό είναι απόλυτο δικαίωμά της. Ωστόσο, με την εμπλοκή των κομμάτων τους, η διαμάχη μεταφέρθηκε στο κέντρο της πολιτικής σκηνής, μετατρέποντας την σε σύγκρουση μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ.

Το δεύτερο περιστατικό: Όταν ένας έμπειρος «γραφιάς», με επίσημη ιδιότητα στην ΕΛΑΣ, χρησιμοποίησε έναν όρο για τον επικεφαλής του ΠΑΣΟΚ, τον οποίο ο ίδιος ο επικεφαλής του ΠΑΣΟΚ αναγνώρισε εμμέσως ως «λάθος» και δικαιολόγησε ως καλώς νοούμενη «προβοκάτσια» με σκοπό την ανάδειξη ενός πολιτικού θέματος, οι δύο πλευρές αντέδρασαν, προκαλώντας έναν νέο «καυγά». Αυτή η αντίδραση, όμως, τροφοδότησε την παράταξη «Mitsotakis and friends» και τη «δημοσιογραφία της κονόμας», αφήνοντας στην άκρη τον Καρτερό και εστιάζοντας στον Τσίπρα ως υποβολέα.

Αυτά τα περιστατικά, μαζί με άλλα παρεμφερή που έχουν πυκνώσει μετά τη ΔΕΘ, ανακυκλώνουν μια περίεργη διαμάχη ανάμεσα σε δύο πολιτικούς αρχηγούς, η οποία κρύβει τον αμοιβαία ψευδή ισχυρισμό: «πάμε για πρώτο κόμμα και κυβέρνηση» – με αντίπαλο τον Μητσοτάκη.

ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκουν τη δεύτερη θέση

Στην πραγματικότητα, και οι δύο παρατάξεις επιδιώκουν τη δεύτερη θέση. Γι’ αυτό, ο ένας θεωρεί τον άλλον ως απειλή και όχι τον Μητσοτάκη. Απλώς, οι εκκλήσεις τους κρύβουν κάποιες αλήθειες. Για παράδειγμα, η φράση «Είναι αργά για δάκρυα Στέλλα», σχετικά με την «ανάγκη να ηττηθεί η σημερινή κυβέρνηση» – η οποία πράγματι βλάπτει δραματικά τη χώρα και την κοινωνία, ωφελώντας τις κάστες που προϋπήρχαν ή δημιουργήθηκαν από την ίδια την κυβέρνηση. Αυτά θα έπρεπε να τα είχαν σκεφτεί την επομένη των εκλογών – ή και νωρίτερα.

Διαφορετικά, μια δεύτερη αλήθεια: ο Νεομητσοτακισμός δεν θα ηττηθεί από κανέναν ΣΥΡΙΖΑ, κανέναν Ανδρουλάκη, αλλά ούτε και από τον Τσίπρα, ειδικά στις επόμενες, διπλές, εκλογές. Όποιος έχει μάτια, βλέπει… Τροφοδότες του Νεομητσοτακισμού είναι, όχι «αντίλαλοι». Η ήττα του απερχόμενου Πρωθυπουργού, ή όποιου τον διαδεχθεί από τη ΝΔ – μόνο από το ΠΑΣΟΚ μπορεί να προέλθει. Ως ΠΑΣΟΚ. Δηλαδή, ως κόμμα που έρχεται από μακριά και μπορεί να πάει μακριά – για έναν συγκεκριμένο λόγο: παρά τις ανοησίες περί κατάργησής της, η διαχωριστική γραμμή είναι υπαρκτή στο πολιτικό σύστημα – και στην κοινωνία – και ορίζει τις εξελίξεις. Απέναντι στη Δεξιά, το ΠΑΣΟΚ είναι ο «νόμιμος κληρονόμος» της κιβωτού που περιέχει την Ιστορία της Δημοκρατικής παράταξης, επί έναν αιώνα: τον Βενιζελισμό, την πύκνωση των γραμμών του ΕΑΜ – που κατέστρεψε το ΚΚΕ με τον Ζαχαριάδη – το 53% του 1965 και το 48% του 1981. Η συνέχεια αυτής της διαδρομής με τον ΣΥΡΙΖΑ του 2015 αποδείχθηκε παρένθεση.

Ο Τσίπρας ως τυπικός πολιτικός καριέρας

Και ο Τσίπρας; Ας μην κρυβόμαστε: ξεκίνησε ως ελκυστικός αιθεροβάμων, έγινε διαχειριστής μιας κληρονομιάς που δεν του ανήκε, και όταν η Δημοκρατική παράταξη του παρείχε εισιτήριο πρώτης θέσης, έχασε το τρένο για την ηγεσία της. Πλέον, θεωρείται τυπικός πολιτικός καριέρας, με όχι ιδιαίτερη αφοσίωση σε αρχές και κανόνες… Και επειδή παραμένει ένας από τους πρώην μνημονιακούς Πρωθυπουργούς, δεν έχει τύχη στο ριμέικ της πρωθυπουργίας που επιδιώκει – συχνά συμμαχώντας με τον διάβολο…

Ο Ανδρουλάκης; Με βιογραφικό που δεν τον καθιστά πραγματικό επίγονο του Ανδρέα Παπανδρέου, ούτε του Σημίτη, είναι περισσότερο «ένας ακόμη πρόεδρος» της εποχής των ισχνών αγελάδων του ΠΑΣΟΚ. Κι αυτός θύμα – ή αποτέλεσμα – της καταστροφικής διαχείρισης του Παπανδρέου, την οποία ο ταλαντούχος Βενιζέλος, δεν επιχείρησε καν να αλλάξει. Πάντως, με κολλημένη ή όχι τη βελόνα του ΠΑΣΟΚ, ως επικεφαλής του, ο Ανδρουλάκης δεν πέτυχε λίγα. Δρα με πάθος ως μαχητικός πολιτικός – αλλά του κομματικού σωλήνα. Αλλά βρίσκεται ανάμεσα στο να κάνει τη θητεία του και να… εκτίει την ποινή του – όπως και ο… επόμενος. Μέχρι να βρεθεί αυτός που θα προσκομίσει το κρίσιμο πιστοποιητικό των κομμάτων εξουσίας: ότι είναι πρωθυπουργήσιμος. Με αναγνωρισμένη ηγετικότητα και πέραν των κομματικών ορίων.

Δεν είναι εύκολο. Στη Δεξιά, ο Μητσοτάκης έγινε πρόεδρος της ΝΔ, αλλά δεν έγινε ηγέτης της. Αναδείχθηκε Πρωθυπουργός όχι ως εμπνευστής οράματος με ηγετικό ταπεραμέντο, αλλά γιατί, λειτουργώντας με απίστευτο επαγγελματισμό ως κληρονόμος, επωφελήθηκε από μια «ιστορική» ανάγκη: να επιστρέψει στην κυβέρνηση η πιο συγκροτημένη πολιτική δύναμη, μετά από την μνημονιακή περιπέτεια, τριών κυβερνήσεων διαφορετικών αποχρώσεων. Και ίσως γιατί οι άλλοι στο κόμμα τον υποτίμησαν. Το μοναστήρι να είναι καλά…

Επειδή οι Θεοί του Κοινοβουλευτισμού επιμένουν στον χρυσό κανόνα της Δημοκρατίας – την εναλλαγή στη διακυβέρνηση – και κάποια στιγμή το εκκρεμές θα αλλάξει πλευρά, αν ο Ανδρουλάκης είναι ακόμη πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, θα γίνει και Πρωθυπουργός. Αλλά, λόγω ΠΑΣΟΚ. Το κόμμα θα τον φέρει στην κυβερνητική εξουσία και όχι ο ίδιος το κόμμα, α λα Ανδρέα Παπανδρέου. Αν δεν προλάβει, το μοναστήρι να είναι καλά. Και οι μιντιακοί και οικονομικοί παράγοντες που «κατασκευάζουν» πολιτικούς μιας χρήσης…

Για τον Τσίπρα είναι πιο δύσκολο. Το μειονέκτημά του απέναντι στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ είναι ότι δεν διαθέτει οργανωμένο κόμμα με ρίζες και είναι απίθανο να αποκτήσει. Ο ζωτικός πολιτικός χώρος του είναι περιορισμένος, χωρίς ιδεολογικό απόθεμα και πολιτικά κοιτάσματα στην κοινωνία. Πολιτεύεται μόνο με το προσωπικό του ταλέντο και ό,τι έμεινε από το κυβερνητικό του κεφάλαιο.

Ο Ανδρουλάκης μπορεί να δηλώνει «σοσιαλδημοκράτης» και «κεντροαριστερός» και να ισχύει, γιατί αυτό γράφει το οικόσημο του ΠΑΣΟΚ. Ο επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ διαμορφώνει πολιτική – ως προϊόν ιδεολογίας – διά της κοπτοραπτικής. Αν μάλιστα ισχύει η μορφή για εθελουσία αποκοπή του από ιστορικό ρεύμα της προέλευσής του, βρίσκεται στο κενό. Δεν προβάλλει ότι είναι «αριστερός», αλλά δεν είναι και τίποτε άλλο.

Αν το ΠΑΣΟΚ έχει λόγους να περιμένει ότι «θα αλλάξουν τα πράγματα» και θα ανακάμψει, ο Τσίπρας δεν έχει να περιμένει κάτι αντίστοιχο. Πήρε ήδη ό,τι μπορεί να επιδιώκει ένας πολιτικός. Ορισμένοι τονίζουν ότι είναι πολλά και ο τρόπος που τα έχασε τον τοποθετεί δίπλα στον Γ. Παπανδρέου: δεν μπορούσε να τα σηκώσει… Όταν στην πολιτική δαγκώνεις περισσότερο από όσο μπορείς να μασήσεις, πνίγεσαι…

Η ουσία της διαμάχης

Για να επιστρέψουμε στην αρχή, η ουσία της διαμάχης ΠΑΣΟΚ – ΣΥΡΙΖΑ δεν έγκειται στον πυρήνα της αν ο Τσίπρας ή ο Ανδρουλάκης είναι επί θύραις Πρωθυπουργοί. Γιατί απλούστατα, ακόμη και αν τα κόμματά τους βγουν με άθροισμα κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, για να τη μετατρέψουν σε συνταγματική ψήφο εμπιστοσύνης, πρέπει να συμφωνήσουν σε άλλο πρόσωπο για την πρωθυπουργία. Η παραταξιακή αλλαγή διακυβέρνησης είναι περισσότερο πιθανή – και αναγκαία – αν δεν προορίζεται για το Μέγαρο Μαξίμου ο ένας ή ο άλλος. Ακόμη και αν αντιμετωπίσουν τη δύναμη πυρός του Μητσοτάκη, στην επόμενη στροφή θα βρουν τις εφεδρείες της ΝΔ και την ικανότητα επιβίωσης της «κυβερνώσας» Δεξιάς, με εμπροσθοβαρείς πολιτικούς. Π.χ., ποιος από τους δύο μπορεί να ανταγωνιστεί ας πούμε τον Πιερρακάκη, αν τον βρουν μπροστά τους;

Σημαίνουν τα προηγούμενα ότι η δεξιά διακυβέρνηση είναι μονόδρομος; Κάθε άλλο. Απλώς, όσο αυξάνεται η ανάγκη για «αλλαγή πορείας», τόσο θα αναδεικνύεται ως εναλλακτική λύση το ΠΑΣΟΚ ως κόμμα. Επειδή υπήρξε πράγματι κόμμα, ως ανώτερη μορφή οργάνωσης του λαού, στα αμπάρια του υπάρχει το κάρβουνο που χρειάζεται για να ξαναγίνει. Αρκεί να βρεθεί αυτός που – εκτός διατύπωσης επιθυμιών ή φιλοδοξίας και – «κοστολογημένου» προγράμματος τεχνοκρατικής βαρεμάρας – θα το κάνει όραμα, κείμενο, λόγο, ύφος δημόσιας παρουσίας –, μεγάλου βεληνεκούς.

… Γιατί κάποιος από το ΠΑΣΟΚ και όχι ο Τσίπρας; Γιατί όσο μικρό κόμμα ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ, άλλο τόσο είναι και ο ΣΥΡΙΖΑ του Τσίπρα. Ο πρώην Πρωθυπουργός είχε πάρει 2,3 εκατομμύρια ψήφους και το οργανωμένο κόμμα του είχε μόλις 30.000 μέλη και ήταν ανύπαρκτο στην κοινωνία και τις οργανώσεις της. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν δείχνει ότι μπορεί περισσότερα από όσα μπορεί να δώσει στο πολιτικό μάρκετινγκ στον Τσίπρα. Ήδη έχει μιντιακή στήριξη, πόρους και βοήθειες από το τηλέφωνο και την κουρτίνα, αλλά δεν έχει λαϊκό έρεισμα. Ο Τσίπρας δεν είναι πλέον «λαϊκός ηγέτης», αλλά ψυχρός παίκτης σε μια κούρσα επικράτησης στην οποία τους κανόνες διαμορφώνουν δυνάμεις εκτός πολιτικής και όχι η δυναμική της παρουσίας του.

Ας μην κρυβόμαστε: Οι επόμενες εκλογές είναι πιθανό να αφαιρέσουν το πρωθυπουργικό στέμμα από τον Μητσοτάκη, αλλά το πιθανότερο είναι να το δώσουν σε κάποιον άλλον από τη Δεξιά, και πάντως όχι στους ερίζοντας σημερινούς επικεφαλής του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ…

Παίζουν ξεχωριστά τα ρέστα τους

Ο Τσίπρας και ο Ανδρουλάκης κάνουν ένα νέο, αμοιβαία μοιραίο σφάλμα: Αντί να συγκλίνουν σε μια ρωμαλέα πολιτική δύναμη, παίζουν ξεχωριστά τα ρέστα τους. Αυτό είναι παιχνίδι χωρίς αύριο, γι’ αυτόν που θα χάσει το προβάδισμα μεταξύ τους. Υπάρχει μόνο μια διαφορά: Αν είναι ο Τσίπρας, χάνει μαζί και το κόμμα του. Αν είναι ο Ανδρουλάκης, το ΠΑΣΟΚ θα συνεχίσει να υπάρχει και μετά από αυτόν. Κατά τραγική ειρωνεία για τον καθοδηγητή Μαρατζίδη: Με λίγη πολιτική εμπειρία, θα καταλάβαινε ότι η φράση του «θα χάνει μέχρι να κερδίσει» για τον Τσίπρα, μπορεί να ισχύει μόνο για το ΠΑΣΟΚ….