Σφοδρή κριτική άσκησε ο Γιώργος Παπανδρέου στις τρέχουσες ρυθμίσεις της κυβέρνησης για την κάνναβη, κατά την τοποθέτησή του στην Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής την Παρασκευή. Ο βουλευτής Αχαΐας του ΠΑΣΟΚ και πρώην πρωθυπουργός εστίασε στις διατάξεις που αφορούν τους ελέγχους για την κάνναβη, οι οποίες έχουν ενσωματωθεί στο νομοσχέδιο για τον Προσωπικό Βοηθό των ΑμεΑ.
Ο κ. Παπανδρέου αναγνώρισε ότι οι προβλεπόμενοι έλεγχοι για νοθευμένα προϊόντα και συνθετικά κανναβινοειδή κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση. Ωστόσο, υποστήριξε ότι οι νέες ρυθμίσεις εξακολουθούν να βασίζονται, όπως ανέφερε, στη λογική των απαγορεύσεων και της αυστηροποίησης των ποινών. «Είναι χρήσιμες οι ρυθμίσεις που αντιμετωπίζουν τα νοθευμένα και «ψεκασμένα» προϊόντα, τα συνθετικά κανναβινοειδή, την ανεξέλεγκτη διάθεση ουσιών άγνωστης σύνθεσης. Ορθώς προβλέπουν ελέγχους. Όμως το κεφάλαιο παραμένει εγκλωβισμένο στην ίδια παλιά, αποτυχημένη λογική: περισσότερες απαγορεύσεις, ευρύτερες ποινικές διατάξεις, αυστηρότερες κυρώσεις. Δεν αγγίζει τον πυρήνα του προβλήματος».
«Η απαγόρευση δεν εξαφάνισε την αγορά – Την παρέδωσε στη μαφία»
Ο Γιώργος Παπανδρέου έθεσε στο επίκεντρο το ζήτημα του ελέγχου της αγοράς, υποστηρίζοντας ότι υπό το σημερινό καθεστώς τον έλεγχο κατέχουν τα παράνομα δίκτυα.
«Η απάντηση σήμερα είναι ξεκάθαρη. Τα παράνομα δίκτυα καθορίζουν τι πωλείται, πόσο ισχυρό είναι, με τι νοθεύεται, σε ποιον πωλείται – ακόμα και σε ανήλικους – και σε ποια τιμή. Αυτά εισπράττουν τα κέρδη. Αυτά ξεπλένουν το μαύρο χρήμα. Η απαγόρευση δεν εξαφάνισε την αγορά. Την παρέδωσε στη μαφία».
Αναφερόμενος στις προβλέψεις του νομοσχεδίου, υποστήριξε ότι «δεν προστατεύει τον χρήστη από την ποινική δίωξη. Δεν διαχωρίζει τον χρήστη από τον διακινητή. Δεν δημιουργεί νόμιμη, ελεγχόμενη εναλλακτική. Δεν αφαιρεί ούτε ένα ευρώ από το οργανωμένο έγκλημα».
Στη συνέχεια στάθηκε σε αυτό που χαρακτήρισε «αδικία του ισχύοντος πλαισίου», αναφερόμενος στο άρθρο 29 του νόμου 4139/2013, το οποίο προβλέπει ποινή φυλάκισης έως πέντε μήνες για κατοχή, χρήση ή καλλιέργεια κάνναβης αποκλειστικά για προσωπική χρήση.
«“Μικρή” ποινή, θα πείτε. Δεν είναι μικρή για τον δεκαεννιάχρονο που συλλαμβάνεται. Δεν είναι μικρή για την οικογένειά του. Προσαγωγή, δακτυλοσκόπηση, δικηγόροι, δικαστήριο, στιγματισμός, φόβος για το μέλλον. Ακόμη κι αν δεν υπάρξει καταδίκη, η ίδια η διαδικασία είναι η τιμωρία. Και η βαθιά αντίφαση: ο περιστασιακός χρήστης μπορεί να μείνει ατιμώρητος· ο συστηματικός είναι πιο εκτεθειμένος σε βαρύτερες τιμωρίες. Τιμωρούμε δηλαδή αυστηρότερα ακριβώς εκείνον που χρειάζεται περισσότερο υποστήριξη και υπηρεσίες υγείας. Ένα ζήτημα κοινωνικό, ψυχολογικό, υγειονομικό – το αντιμετωπίζουμε αστυνομικά. Είναι αυτή πολιτική δημόσιας υγείας;».
«Η ίδια ποινή για ριζικά διαφορετικές συμπεριφορές είναι κατάλυση της αναλογικότητας»
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο πρώην πρωθυπουργός και στις ποινικές προβλέψεις των άρθρων 84 και 89, θέτοντας ερωτήματα για το ενδεχόμενο ένας αγοραστής να κινδυνεύσει να αντιμετωπιστεί ως διακινητής.
«Το άρθρο 84 συμπεριλαμβάνει ακόμη και την «αγορά» μη επιτρεπόμενων προϊόντων και παραπέμπει στις ποινές του άρθρου 20 του νόμου περί ναρκωτικών. Το άρθρο 89 παραπέμπει, γενικόλογα, στο ίδιο άρθρο. Όμως το άρθρο 20 προβλέπει κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ ετών και χρηματική ποινή έως 300.000 ευρώ. Ρωτώ λοιπόν ευθέως την κυβέρνηση: Θέλετε να δημιουργήσετε τον κίνδυνο ένας αγοραστής να αντιμετωπιστεί ως διακινητής; Θέλετε μια παράβαση επισήμανσης σε προϊόν CBD από ένα νόμιμο κατάστημα να οδηγεί σε μεταχείριση αντίστοιχη με εκείνη οργανωμένου εγκληματικού δικτύου; Η ίδια ποινή για ριζικά διαφορετικές συμπεριφορές είναι κατάλυση της αναλογικότητας. Είναι κάκιστη νομοθέτηση».
Ο Γιώργος Παπανδρέου αναφέρθηκε στη συνέχεια στους κινδύνους που συνδέονται με τη χρήση κάνναβης, τονίζοντας ότι καμία ουσία δεν είναι ακίνδυνη και υποστηρίζοντας ότι ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο απαιτείται ένα πλαίσιο ελέγχου.
«Καμία ουσία δεν είναι ακίνδυνη, ούτε η κάνναβη, ούτε το αλκοόλ και ο καπνός που πωλούνται νόμιμα. Οι πραγματικοί κίνδυνοι της κάνναβης είναι η έναρξη σε μικρή ηλικία, η καθημερινή, μακροχρόνια χρήση, τα προϊόντα υψηλής περιεκτικότητας σε THC, η οδήγηση υπό την επήρεια, τα νοθευμένα με συνθετικές ουσίες προϊόντα και για ακριβώς αυτούς τους λόγους απαιτείται ρύθμιση: Γιατί στην παράνομη αγορά δεν υπάρχει εργαστηριακός έλεγχος. Δεν υπάρχει ετικέτα. Δεν υπάρχει γνωστή περιεκτικότητα. Δεν υπάρχει έλεγχος ηλικίας. Δεν υπάρχει ανάκληση παρτίδας. Δεν υπάρχει υπεύθυνος παραγωγός».
Όπως πρόσθεσε, «η απαγόρευση δεν καταργεί τον κίνδυνο. Καταργεί τη δυνατότητα της Πολιτείας να τον ελέγξει. Και η ψευδαίσθηση ότι η αστυνομία θα ελέγξει την αγορά καταρρέει μπροστά σε ένα γεγονός: ναρκωτικά διακινούνται ακόμη και μέσα στις φυλακές».
«Η νόμιμη, ελεγχόμενη διάθεση σπάει τη σύνδεση με τον διακινητή»
Κλείνοντας την παρέμβασή του, ο πρώην πρωθυπουργός υποστήριξε ότι η απαγόρευση φέρνει τους χρήστες σε επαφή με τα παράνομα δίκτυα, ενώ τάχθηκε υπέρ ενός συστήματος νόμιμης και ελεγχόμενης διάθεσης.
«Η απαγόρευση δημιουργεί την επαφή με τους παράνομους διακινητές, και άρα και την ευκαιρία του διακινητή να του πλασάρει σκληρό ναρκωτικό» ενώ «η νόμιμη, ελεγχόμενη διάθεση σπάει αυτή τη σύνδεση. Απομακρύνει τον χρήστη από τον διακινητή. Αφαιρεί πελατεία και έσοδα από τη μαφία. Γι’ αυτό, άλλωστε, η μαφία είναι ο πιο ένθερμος υποστηρικτής της απαγόρευσης. Από την αποποινικοποίηση χάνει – και χάνει πολλά. Και όπου υπάρχουν τέτοια κέρδη, υπάρχει – αποδεδειγμένα, όχι θεωρητικά – διαφθορά: από τον αστυνομικό, στον δικαστή, θα προσθέσω και στον πολιτικό. Τα ισχυρότερα δίκτυα διακινητών έχουν συμφέρον να κυνηγηθεί η κάνναβης. Και να την αντικαταστήσουν με άλλα πιο κερδοφόρα, πιο επικίνδυνα και πιο εθιστικά».
