Αθήνα – Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, ανακοίνωσε σήμερα ότι εξετάζονται “συγκρατημένα και στοχευμένα” μέτρα στήριξης για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ) προκειμένου να αντιμετωπίσουν το αυξημένο ενεργειακό κόστος, πάντα εντός των δημοσιονομικών ορίων. Μιλώντας στο συνέδριο του energypress, ο κ. Παπασταύρου τόνισε την ανάγκη στήριξης των ΜμΕ, οι οποίες, όπως και η βιομηχανία, αντιμετωπίζουν σημαντική πίεση.
«Εξετάζουμε λελογισμένα μέτρα στην κατεύθυνση που είχαμε υιοθετήσει το 2025», δήλωσε ο υπουργός, αναφερόμενος σε παλαιότερες πρωτοβουλίες στήριξης. Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι η πρόσφατα εγκριθείσα από την Ε.Ε. ρήτρα ευελιξίας, αν και επιτρέπει επενδύσεις στην εξοικονόμηση ενέργειας, απαιτεί συνθήκες ηρεμίας που δεν επικρατούν αυτή τη στιγμή. Επιπλέον, οι προσδοκίες για αλλαγή στάσης της Ε.Ε. ως προς τη δημοσιονομική ευελιξία χαρακτηρίστηκαν “συγκρατημένες”, λόγω και της τρέχουσας πολιτικής κατάστασης στην Ευρώπη.
Απαντώντας σε ερωτήσεις, ο κ. Παπασταύρου ανέφερε τα εξής:
- Εξετάζονται μέτρα στήριξης και για τους παραγωγούς Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) που πλήττονται από περικοπές παραγωγής σε ώρες μη απορρόφησης της «πράσινης» ενέργειας.
- Η Ελλάδα στηρίζει την πράσινη μετάβαση, αλλά με ρεαλισμό, λαμβάνοντας υπόψη την κοινωνική συνοχή και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
- Ο «κάθετος διάδρομος» (vertical corridor) αποτελεί εθνική υπόθεση και μεγάλη ευκαιρία για τη χώρα.
Στο ίδιο συνέδριο, ο καθηγητής Ενεργειακής Οικονομίας του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, Παντελής Κάπρος, επισήμανε ότι η πράσινη μετάβαση εξυπηρετεί μακροπρόθεσμα τους στόχους της οικονομικότητας, της ασφάλειας εφοδιασμού και της περιβαλλοντικής προστασίας. Σημείωσε ότι ενώ η παραγωγή «πράσινης» ενέργειας στην Ελλάδα προχώρησε ταχύτατα, η εξοικονόμηση ενέργειας και ο εξηλεκτρισμός (π.χ. αντλίες θερμότητας, ηλεκτροκίνηση) υστερούν. Κατά την άποψή του, τα προγράμματα χρηματοδότησης για την εξοικονόμηση ενέργειας είχαν λανθασμένη στόχευση και ήταν υπερβολικά γραφειοκρατικά. Ο κ. Κάπρος πρότεινε το κράτος να επικεντρωθεί στη μείωση του κόστους επενδύσεων σε εξοικονόμηση και εξηλεκτρισμό, μέσω εγγυήσεων και σχημάτων χρηματοδότησης από τρίτους, αντί για άμεσες επιδοτήσεις.
